Παραμύθια για τον πληθωρισμό

Τα ξυλόλια εξατμίστηκαν (αν και πολλοί ήδη άρχισαν να τα ξαναθυμούνται, ενόψει της δίκης Τριαντόπουλου για τις παρεμβάσεις επί του πεδίου, τις πρώτες ώρες μετά το τρομερό δυστύχημα των Τεμπών). Οπότε οι αντιπολιτεύσεις μένουν ουσιαστικά με ένα θέμα, με το οποίο κυρίως πορεύονται ενόψει εκλογών προσπαθώντας να ανακόψουν την πολιτική υπεροχή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Εστιάζουν στην ακρίβεια – ισχυριζόμενες ότι αν τυχόν βρίσκονταν αυτές στα πράγματα θα μπορούσαν να την τιθασεύσουν σε όφελος των φτωχών.

Και οι δύο, βέβαια, καταγγέλλουν την κυβέρνηση για το κόστος της ζωής και ειδικότερα για το κόστος των καυσίμων και, γενικώς, φτιάχνουν σχήματα γύρω από ένα κεντρικό αίτημα: τη μείωση των φόρων στα καύσιμα.

Ο Τσίπρας ζητά ανώτατη τιμή 1,40 ευρώ/λίτρο στο πετρέλαιο θέρμανσης και 1,80 ευρώ στο πετρέλαιο κίνησης και μείωση του ΦΠΑ, πλαφόν κέρδους των εταιρειών και έκτακτη φορολόγηση των υπερκερδών τους (δεν ξέρω πώς προσδιορίζει τα υπερκέρδη). Το ΠΑΣΟΚ ζητά προσωρινή μείωση του Ειδικού Φόρου Κατανάλωσης στα καύσιμα κίνησης και θέρμανσης, επιστροφή των πρόσθετων εσόδων ΦΠΑ στους καταναλωτές και ελέγχους στα περιθώρια κέρδους από τη διύλιση μέχρι την αντλία, αξιοποίηση εσόδων ΦΠΑ 140 εκατ. ευρώ επιπλέον 300 εκατ. ευρώ από τον προϋπολογισμό.

Και οι δύο ανταγωνιστές, για τη δεύτερη θέση αντιπολιτευόμενοι, εκκινούν από τον ισχυρισμό ότι η ακρίβεια θα μπορούσε να μην ήταν τόση αν ο Μητσοτάκης είχε λάβει μέτρα, θίγοντας τα κέρδη των πλουσίων. Προσπαθούν μάλιστα να πείσουν τους πολίτες ότι, παρότι ο πληθωρισμός είναι διεθνές πρόβλημα, η Ελλάδα θα μπορούσε να τον τιθασεύσει.

Φυσικά, κι οι δύο αποφεύγουν τα στοιχεία. Τα τελευταία έξι χρόνια, μετά την πανδημία, όταν ανέτειλε περίοδος ανόδου του πληθωρισμού, μετά την Ιταλία, η Ελλάδα έχει τον δεύτερο μικρότερο ετήσιο ρυθμό πληθωρισμού. Το συνολικό επίπεδο τιμών καταναλωτή στην Ελλάδα αυξήθηκε σωρευτικά κατά 22,3%, κατά 1,4% περισσότερο από ό,τι στην Ιταλία – συγκριτικά, στη Γερμανία ανέβηκε κατά 27,5% ή στην Ολλανδία κατά σχεδόν 30%· που σημαίνει ότι έγιναν προσπάθειες, με βάση τα διεθνή δεδομένα.

Οι αντιπολιτεύσεις αρνούνται την παγκόσμια διάσταση του πληθωρισμού και ρίχνουν το φταίξιμο στον Μητσοτάκη. Αλλά, στην πράξη, η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να επηρεάσει το επίπεδο τιμών. Αν, π.χ., καταργηθεί ο Ειδικός Φόρος Κατανάλωσης – κάτι που ζητάνε τα αντιπολιτευόμενα κόμματα – και μειωθεί η τιμή των καυσίμων, το μεν κράτος θα έχει τεράστια μείωση εσόδων, ενώ στην αγορά η μείωση των τιμών δεν θα φτάσει ολόκληρη στον καταναλωτή – απλώς θα αυξηθεί η κερδοφορία των επιχειρηματιών των καυσίμων (διυλιστήρια, μεταφορές, βενζινάδικα).

Στην ελεύθερη οικονομία, το κράτος έχει νόημα να παρεμβαίνει μόνο για την ενίσχυση των πιο ευπαθών ομάδων. Εχει νόημα η ενίσχυση του πετρελαίου θέρμανσης. Αλλά με τα αυτοκίνητα δεν είναι το ίδιο – το καύσιμο σε μεγάλο βαθμό δεν γίνεται να μην το καθορίσει η αγορά· η ίδια αγορά που το είχε καθορίσει τα χρόνια του ΣΥΡΙΖΑ – όταν έξω έβρεχε χρήμα κι εμείς κρατούσαμε ομπρέλα.

Σε αυτό το σημείο βρίσκεται η ουσία. Παραπονιέσαι για κάτι που συμβαίνει στην οικονομία, όταν αυτό συμβαίνει μόνο σε σένα κι όχι σε όλο τον κόσμο. Τα χρόνια των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, η Ελλάδα ήταν σε μόνιμη ύφεση. Σήμερα, που οι δείκτες της χώρας είναι, συγκριτικά με τους ευρωπαϊκούς, καλύτεροι, υποδεικνύουν λύσεις εκείνοι που μας κράτησαν στα Τάρταρα κι όσοι, όψιμα, θέλουν να τους μοιάσουν.

Εξατομικευμένες ευθύνες

Εως και προχθές, το τρομερό δυστύχημα των Τεμπών τροφοδότησε θεωρίες συνωμοσίας, ένα κίνημα συναισθημάτων και έναν καλυμμένο αντισυστημισμό που εκδηλώθηκε με πολλούς τρόπους, ως προσπάθεια διαφόρων να τρυπώσουν ή να εδραιωθούν στο Κοινοβούλιο. Στο όνομα της δικαιοσύνης, μάλιστα, ο δημόσιος λόγος είχε αφήσει στο απυρόβλητο τον σταθμάρχη Βασίλη Σαμαρά, που μεταξύ άλλων κατηγορείται για διατάραξη της ασφάλειας των σιδηροδρομικών συγκοινωνιών με ενδεχόμενο δόλο και για ανθρωποκτονία από αμέλεια.

Το ενδιαφέρον στον σταθμάρχη επέστρεψε στη δίκη των Τεμπών. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2026, κατά την 34η συνεδρίαση της δίκης, το δικαστήριο δέχθηκε αίτημα συνηγόρων να εξεταστεί το κινητό του – θα γίνει προσπάθεια ανάκτησης και διαγραμμένων αρχείων. Με τριάμισι χρόνια καθυστέρηση, υλοποιείται το αίτημα των Αρχών, που είχε πρωτοϋποβληθεί, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, στις 3 Μαρτίου 2023, αμέσως μετά το δυστύχημα.

Είναι σημαντική η διερεύνηση της ατομικής ευθύνης εμπλεκόμενων στο περιστατικό – επειδή, πέρα από τη γενική πολιτικολογία, τα τρένα τα έβαλαν στην ίδια γραμμή άνθρωποι και έχει σημασία να διευκρινιστούν με ατράνταχτα στοιχεία οι αιτίες ή και – αν υπάρχουν – τα κίνητρα. Μπορεί η γενική συζήτηση για το δυστύχημα να κινείται στα όρια μιας κάποιας κοινωνιολογίας, αλλά δικαιοσύνη σημαίνει απόδοση ευθυνών σε πρόσωπα. Η δικαιοσύνη δεν είναι κοινωνιολογία.

Keywords