Ούτε να πεθάνεις δεν μπορείς

«Τι θα γράψεις αύριο για την Ντόλι Πάρτον;» με ρώτησε ένας φίλος τη βραδιά που ανακοινώθηκε ο θάνατος της σπουδαίας αμερικανίδας καλλιτέχνιδας. Τον κοίταξα με απορία. Τι να γράψω δηλαδή; Εξαιρετική περίπτωση, σπουδαία φωνή, ένας μύθος της Αμερικής, φτιαγμένος με υλικά κατευθείαν από τα Απαλάχια Ορη που ήταν και ο τόπος καταγωγής της, αλλά δεν υπήρξε ποτέ κομμάτι της προσωπικής μου μυθολογίας. Τι να κάνουμε τώρα; Δεν θυμάμαι ποτέ ο ήχος της κάντρι μουσικής να συγκίνησε μαζικά τους Ελληνες. Ούτε τους Σουηδούς ή τους Πορτογάλους.

Είναι απολύτως φυσιολογικό, αφού πρόκειται για ένα μουσικό είδος βγαλμένο από τα σπλάγχνα της αμερικανικής λαϊκής παράδοσης που είναι σαν να μεταφέρει τη συλλογική μνήμη αυτού του λαού. Και, ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, δεν μπορεί να έχει τη μαζική απήχηση της «βιομηχανικής» ποπ ή της ροκ που εκφράζουν πιο οριζόντιες και διεθνείς κουλτούρες. Ούτε των λάτιν που είναι – δικός μου ο όρος και ζητώ συγγνώμη για την αυθαιρεσία – «σωματική» μουσική, σε προκαλεί, δηλαδή, να χορέψεις. Για να κάνω έναν παραλληλισμό, βεβαίως και πάρα πολλοί Ευρωπαίοι έχουν ανακαλύψει και αγαπούν το ρεμπέτικο αλλά δεν φαντάζομαι ορδές Γάλλων να ξεσαλώνουν με Βαμβακάρη. (Εκτός κι αν βρίσκονται σε ελληνική ταβέρνα, οπότε εκεί κυριαρχεί η λογική του all inclusive. Στείλτε με κι εμένα στο Νάσβιλ και θα χορεύω κάντρι μέχρι το πρωί).

Τέλος πάντων, δεν θυμάμαι από τα χρόνια της εφηβείας μου πολλά νεανικά δωμάτια με αφίσα της Ντόλι Πάρτον. Ισως κάποιων αγοριών, αλλά, πολύ φοβάμαι, όχι για καλλιτεχνικούς, αλλά για ανατομικούς λόγους. Γι’ αυτό και μου έκανε μεγάλη εντύπωση όταν, την επομένη του θανάτου της, στα ελληνικά σόσιαλ ξεχείλισε ο θρήνος. Τι να πω; Πως τόσα χρόνια παραληρούσαμε για την Ντόλι και δεν το είχα καταλάβει; Οτι ήταν η πιο διάσημη ξένη τραγουδίστρια στη χώρα μας και μόνο εγώ, η ντερνιεδούρα, δεν είχα πάρει χαμπάρι; Που δηλαδή, αν είχε τέτοιο κοινό στη χώρα μας, κάθε δισκογραφική δουλειά της θα πουλούσε «διακόσιες χιλιάδες δίσκους». Και δεν θυμάμαι να συνέβαινε κάτι τέτοιο.

Ο θρήνος και ο οδυρμός στα σόσιαλ μετά τον θάνατο κάποιου διάσημου προσώπου μεταδίδονται οριζόντια και καταλυτικά. Και έχει χαρακτηριστικά ψυχικού καταναγκασμού. Δεν ξέρω, μπορεί να φταίνε και οι αλγόριθμοι (ή οι λογάριθμοι, είναι αδύνατον να καταλάβω ποιο είναι τι). Οι χρήστες νιώθουν ότι για κάποιον συμπαντικό λόγο πρέπει οπωσδήποτε να γράψουν επικήδειο. Δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί το κάνουν. Υποθέτω για να δηλώσουν παρόντες; Ή μήπως για να επιδείξουν τις δήθεν «γνώσεις» τους; Οι οποίες, σε πολλές περιπτώσεις, δεν είναι ούτε καν πληροφορίες. Ρωτούν την τεχνητή νοημοσύνη «τι να γράψω για την Ντόλι Πάρτον που να δείχνει ότι η μανούλα με νανούριζε με το Jolene;» κι από κει και πέρα, copy, paste και καθαρίσαμε. Και αν θέλουμε να δώσουμε και το κάτι παραπάνω, τσουβαλιάζουμε την Ντόλι Πάρτον με τη Νίτσα Μαρούδα επειδή και οι δύο είχαν ξανθούς, κρεπαρισμένους κότσους και όλα καλά.

Μωρέ θα κάνω ένα τεστ. Του χρόνου, τέτοια μέρα, θα ρωτήσω κάποιους από αυτούς που ολοφύρονται στη μνήμη της Ντόλι Πάρτον για να δω αν θυμούνται έστω και τον τίτλο του «Jolene». Και τότε θα τα ξαναπούμε. Γιατί μπορεί να κάνω και λάθος.

Εσείς την Κουσάμα πού την ξέρατε;

Και πριν κλείσουν τα τριήμερα της Ντόλι Πάρτον, σκάει η είδηση του θανάτου της εικαστικού Γιαγιόι Κουσάμα. Και αρχίζει καινούργιος διαδικτυακός θρήνος. «Δεν χάσαμε εικαστικό εμείς, αδελφή τρισαγαπημένη χάσαμε».

Αναρωτιέμαι μήπως και όλο αυτό έχει να κάνει με τα περί εθισμού στα σόσιαλ που ακούγονται τώρα στη δίκη της Meta. Αν, δε, κάποιος θάνατος μπορεί να συνδυαστεί και με διαδικτυακή διαμάχη, γίνεται πάρτι καλύτερο και από τα θρυλικά ρέιβ πάρτι της δεκαετίας του 1990. Ο,τι έγινε και με τον θάνατο του Κωνσταντίνου Τσουκαλά. Που αμφιβάλλω αν, όσο ζούσε, υπήρξαν τόσες διαδικτυακές αναφορές σε αυτόν όσες τις ημέρες μετά την εκδημία του, με διακύβευμα ποιος και γιατί έγραψε ή δεν έγραψε κάτι.

Keywords
Τυχαία Θέματα