Τι είπε ο Τάσος Βρεττός στα «ΝΕΑ» – Όταν τα δέντρα χορεύουν…

«Για μένα είναι μια πολύ χαρούμενη έκθεση. Είναι ίσως η πρώτη φορά που η δουλειά μου είναι πολύ φωτεινή, χωρίς πλάγιες ή σκοτεινές ματιές. Πάντα η φύση μου έδινε την εντύπωση ότι δεν μπορεί να καταγραφεί. Οποιαδήποτε απόπειρα είχα κάνει ήταν σχεδόν μάταιη. Με την εμπειρία όμως της νυχτερινής φωτογράφισης των καμένων της Αττικής, που ήταν η προηγούμενη προσωπική μου δουλειά, βρήκα έναν τρόπο – μέσα από μία τεχνική στη λήψη της εικόνας – να δώσω λίγο κίνηση.

Στα ταξίδια μου εν συνεχεία συναντούσα δέντρα σε επαρχιακούς δρόμους, τα παρατηρούσα μέσα από ένα αυτοκίνητο εν κινήσει και ήρθε αυτό

το αποφασιστικό κλικ, τη στιγμή που το δέντρο περνούσε δίπλα από το παράθυρό μου, για να πετύχω αυτό το αποτέλεσμα.

Η αλήθεια είναι ότι δεν πετυχαίνει πάντα. Αλλά όταν πετύχει, είναι αυτό που εγώ ονόμαζα “το δέντρο χορεύει”», λέει στα «ΝΕΑ» ο φωτογράφος και διευκρινίζει ότι το εγχείρημα ξεκίνησε τυχαία, όπως όλες του οι δουλειές. «Οσες φορές προσπάθησα να προσχεδιάσω κάτι ήταν μάλλον άνευρο και αποτυχημένο, οπότε εμπιστεύομαι το ένστικτό μου. Είναι από παιδί η κινητήριος δύναμή μου».

Η νέα αυτή δουλειά αναδεικνύει για τον επιτυχημένο φωτογράφο και μια νέα γλώσσα, όπως λέει, σε μια εποχή που κατακλύζεται από εικόνες. «Μέσα σε αυτές τις συνθήκες ασκείται πίεση στη φωτογραφία να επανεφεύρει μια νέα ταυτότητα, μια νέα γλώσσα, ενώ προσωπικά πιστεύω ότι έχει δημιουργηθεί ένας κορεσμός από την υπερπληροφόρηση. Φαντάζομαι ότι η φωτογραφία θα βρει μέσα από τους δημιουργούς της κάποιους νέους τρόπους έκφρασης, οι οποίοι θα διαφοροποιούνται από τη φωτογραφία που τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα στις αναρίθμητες πλατφόρμες», επισημαίνει.

Τα δέντρα του Τάσου Βρεττού μπορεί να χορεύουν κάτω από το φως και με τη «μουσική υπόκρουση» του αέρα, αλλά γεννούν με την πρώτη ματιά την αμφιβολία στον θεατή σχετικά με το αν έχουν υποστεί επεξεργασία.

Η τεχνολογία που επιτρέπει σήμερα σε όλους να διορθώνουν τα πάντα, λέει, ότι είναι αναπόφευκτη. «Δεν μπορώ να τη δαιμονοποιήσω. Απλώς έχω αποφασίσει στις προσωπικές μου δουλειές ότι δεν πρόκειται να τη χρησιμοποιήσω παρά μόνο μέχρι εκεί που χρειαστεί για μια λογική προεργασία. Είναι μια επιλογή. Η συγκεκριμένη δουλειά, ομολογουμένως για οποιονδήποτε θεατή, ακόμα και για τον εκπαιδευμένο, δημιουργεί την απόλυτη δυσπιστία στο αν όντως δεν χρησιμοποιήθηκαν εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης ή οποιαδήποτε μορφής επεξεργασία. Οφείλω πάντα να απολογούμαι και να επεξηγώ τις πραγματικές διαστάσεις», λέει, και προσθέτει: «Παλιά η γνησιότητα μιας φωτογραφίας αποδεικνυόταν μέσω του αρνητικού. Σήμερα μια εικόνα μπορεί να είναι απολύτως αυθεντική ως προς τη διαδικασία δημιουργίας της, αλλά αν μοιάζει εξωπραγματική, αυτομάτως την αμφισβητούμε».

Η απληστία του φακού

Στις σχεδόν πέντε δεκαετίες της καριέρας του, και με δεδομένο ότι έχει καταγράψει πολύ ευαίσθητα θέματα, όπως οι Τόποι Λατρείας, έχουν υπάρξει στιγμές που έχει αποφασίσει να μην τραβήξει ένα καρέ θεωρώντας ότι δεν έχει δικαίωμα να αγγίξει το συγκεκριμένο θέμα;

«Πολλές. Ο φωτογράφος, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να έχει μια ηθική η οποία να σταματάει την απληστία ενός αδηφάγου φακού σε κάτι που θα πρέπει να σεβαστεί και να κατεβάσει τη μηχανή. Εχω αντιμετωπίσει τέτοιες στιγμές. Ενώ είχα μπροστά μου ένα θέμα που, αν το πλησίαζα λίγο διαφορετικά, θα είχα μια πάρα πολύ δυνατή εικόνα, το ένστικτό μου απαγόρευε να προχωρήσω. Από την άλλη πλευρά, η φωτογραφία είναι από τη φύση της ένα εξαιρετικά αυθάδες μέσο απέναντι στον άλλον, ειδικά η φωτογραφία δρόμου, εκείνη που έχει να κάνει με ανθρώπους. Παρεμβαίνεις, ενδεχομένως και πολλές φορές, βιάζοντας μια προσωπική στιγμή. Αν δεν υπήρχε όμως, δεν θα είχε καταγραφεί η Ιστορία της ανθρωπότητας».

Η έκθεση για εκείνον, είναι το τέλος μιας διαδρομής και «το ματαιόδοξο κομμάτι που όλοι μας έχουμε, να τη δείξουμε, να μας πουν “μπράβο”, να χαρούμε. Η ουσία όμως είναι το ταξίδι. Η διαδρομή, όλη η εμπειρία του πεδίου. Αυτό δεν το ανταλλάσσω με τίποτα», καταλήγει.

Keywords
Τυχαία Θέματα