Ολα μάς πάνε δεξιά;

Τα εκλογικά πράγματα ήταν κάποτε απλά και ευανάγνωστα. Η αρχιτεκτονική του πολιτικού συστήματος ήταν ένας «δικομματισμός των δυόμισι κομμάτων», όπως τον είχε βαφτίσει ο αξέχαστος Ηλίας Νικολακόπουλος. Με δύο μεγάλα κόμματα εξουσίας κι έναν τρίτο πόλο, στα αριστερά, όπου κυριαρχούσε το ΚΚΕ.

Τα κόμματα ήταν εύκολο να καταταγούν στον άξονα δεξιά – αριστερά. Και ο συσχετισμός ανάμεσα στα δύο μπλοκ ήταν πλειοψηφικά αριστερόστροφος. Το άθροισμα των κομμάτων αριστερά του

Κέντρου κυμαινόταν από το μέγιστο 61% του 1981 έως το ελάχιστο 51% των εκλογών του 2004 και του 2007. Το ΠΑΣΟΚ, με δεξαμενές στα αριστερά του, ήταν κάτι σαν το «φυσικό κόμμα διακυβέρνησης». Αλλά ακόμη κι όταν τις εκλογές τις κέρδιζε η ΝΔ, τα κόμματα της Κεντροαριστεράς και της Αριστεράς διατηρούσαν μια καθαρή αριθμητική υπεροχή.

Η εικόνα αυτή παρέμεινε, με διακυμάνσεις, σταθερή μέχρι και τις τελευταίες εκλογές της «κανονικότητας», τότε που, όπως στα καρτούν, συνεχίζαμε, ενώ το έδαφος είχε χαθεί κάτω από τα πόδια μας, να βαδίζουμε αμέριμνοι στον αέρα, μέχρι να κοιτάξουμε κάτω και να το συνειδητοποιήσουμε. Ο συσχετισμός μάλιστα είχε επιστρέψει το 2009 κοντά στα επίπεδα του 1981: 59 – 41. Κι έπειτα χτύπησε η κρίση. Τα ζύγια χάθηκαν, η κατάταξη των πολιτικών σχηματισμών στον άξονα δεξιά – αριστερά έγινε πολύ πιο δύσκολη, ο άξονας ο ίδιος άρχισε να χάνει την ερμηνευτική του αποκλειστικότητα. Αλλες κατατάξεις (συστημικοί και αντισυστημικοί, εντός ή εκτός των τειχών, φοβισμένοι ή οργισμένοι) άρχισαν να τον επικαλύπτουν, να τον τροποποιούν ή να τον αμφισβητούν.

Στις εκλογές του 2012, για πρώτη φορά ύστερα από 31 χρόνια, το άθροισμα των κομμάτων που αυτοτοποθετούνταν αριστερά του Κέντρου ήταν κάτω από το 50% του εκλογικού σώματος. Παρέμεινε στα ίδια επίπεδα και το 2015, στη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Ωσπου, στις εκλογές του 2023, καταγράφηκε μια ιστορική ανατροπή. Για πρώτη φορά από το 1977 τα κόμματα που τοποθετούνταν δεξιά του Κέντρου αθροίζονταν στο 55%, με σαφή υπεροχή απέναντι στα κόμματα που, με όποιο τρόπο και όποιες αποχρώσεις, μπορούσαν να τοποθετηθούν αριστερά του Κέντρου. Το (αυθαίρετα προστιθέμενο) άθροισμα ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ και ΚΚΕ υποχώρησε από 49% το 2019 σε 43% το 2023. Παρέμεινε στα ίδια επίπεδα στις ευρωεκλογές και βρίσκεται (αν συνυπολογίσουμε τα κόμματα που προέκυψαν από διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ, κάτι που δεν είναι πάντα αυτονόητο) στα ίδια και στις τελευταίες δημοσκοπήσεις. Η δημοσκοπική άνοδος του νέου σχήματος του Αλέξη Τσίπρα δεν αυξάνει το άθροισμα. Αλλάζει την κατανομή δυνάμεων στο εσωτερικό του. Η υστέρηση και υποεκπροσώπηση του χώρου αριστερά του Κέντρου παραμένει η εξήγηση για την πολυσυζητημένη και αθεράπευτη ανισορροπία του πολιτικού συστήματος.

Αυτής της ανατροπής των συσχετισμών στον άξονα δεξιά – αριστερά προηγήθηκε μια άλλη ανατροπή, πολύ βαθύτερη. Ολες οι μετρήσεις ιδεολογικών, πολιτιστικών και αξιακών τοποθετήσεων (π.χ. αυτές που κάνει συστηματικά η διαΝΕΟσις) καταγράφουν χρόνια τώρα μια μεγάλη συντηρητική μετατόπιση σε σχέση με τις δεκαετίες του ’80 και του ’90. Η ειρωνεία της ιστορίας είναι ότι η Ελλάδα που ψήφισε «πρώτη φορά Αριστερά» το 2015 ήταν μακράν η πιο συντηρητική στις ιδέες και τις αξίες της από τη Μεταπολίτευση και ύστερα.

Αυτή η ανατροπή, επιπλέον, δεν έχει ιθαγενή, μόνο, ελληνικά χαρακτηριστικά. Ευθυγραμμίζεται, κάπως, με μια ανάλογη κίνηση του εκκρεμούς σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα εκλογικά και δημοσκοπικά δεδομένα, με όλες τις εθνικές κάθε φορά ιδιομορφίες, δείχνουν μια κίνηση προς τα δεξιά σε όλη την Ευρώπη. Και μια εσωτερική μετατόπιση του κέντρου βάρους από τα παραδοσιακά συντηρητικά προς νέα, ριζοσπαστικά κόμματα που εμφανίζονται ως αρνητές και υπονομευτές του πολιτικού mainstream και της ευρωπαϊκής κανονικότητας και υπερασπίζονται εκδοχές εθνικής, θρησκευτικής ή φυλετικής ταυτότητας. Σε χώρες όπως η Βρετανία, η Γαλλία και η Γερμανία, κόμματα αυτής της συνομοταξίας προηγούνται στις δημοσκοπήσεις. Σε χώρες που ως πρόσφατα είχαν ανοσία στην Ακροδεξιά, όπως η Ισπανία και η Πορτογαλία, καταγράφουν ισχυρές επιδόσεις.

Είναι σαν να επιβεβαιώνεται μια εκτίμηση που είχε διατυπώσει, εδώ και χρόνια, ο Αλέν Τουρέν. Πως το πολιτικό εκκρεμές το κινούν δύο αντίρροπες δυνάμεις, ο φόβος της πτώσης και η ελπίδα της ανόδου, που εναλλάσσονται ως κυρίαρχα αισθήματα στα αχανή μεσοστρώματα των ευρωπαϊκών κοινωνιών. Οταν ο φόβος της πτώσης επικρατεί – και μάλιστα κατά κράτος, όπως τώρα – το εκκρεμές πάει δεξιά. Ή πολύ δεξιά. Κι αν η εκτίμηση είναι ακριβής, μοιάζει πιθανότερο η ανασύσταση του ελληνικού πολιτικού σκηνικού να γίνει από τα δεξιά μάλλον, παρά από τα αριστερά. Εκτός εάν, σαν από θαύμα, ο χώρος αριστερά του Κέντρου δείξει πολιτική οξυδέρκεια, ικανότητα προγραμματικής ανανέωσης και πολιτικό ταλέντο, ώστε να αντισταθεί στον νόμο της βαρύτητας. Να τον ανατρέψει.

Keywords
Τυχαία Θέματα