Οι «μεσάζοντες»: λόγιοι και ιερωμένοι

Η επικοινωνία των λαϊκών μαζών με τα πολιτικά κείμενα μπορούσε να γίνει κυρίως χάρη στη μεσολάβηση «μεσαζόντων» (mediatori), λογίων και ιερωμένων, οι οποίοι αναλάμβαναν ή συνηθέστερα επιφορτίζονταν από τις διοικήσεις να εξηγήσουν το περιεχόμενο των κειμένων σε εκδηλώσεις-συγκεντρώσεις στις πλατείες των πόλεων και των χωριών, στις εκκλησίες, στο πλαίσιο των δημοκρατικών πολιτικών τελετών, με την ευκαιρία επετείων ή ακόμη σε ειδικές συγκεντρώσεις στους χώρους των νέων διοικήσεων (π.χ. στην έδρα των Προσωρινών Δημαρχείων). Η μετάδοση των νοημάτων, λοιπόν, η επικοινωνία γινόταν συνήθως όχι μέσα

στο πλαίσιο που καθορίζουν οι όροι τής κατά μόνας ανάγνωσης, αλλά μέσα στο πλαίσιο που διαμόρφωναν τα δίπολα «γραπτός λόγος – προφορικότητα» και «ομιλητής – κοινό». Σε μας σήμερα, που διαθέτουμε μόνο το τυπογραφικά αποτυπωμένο κείμενο (άρα, μόνο τη βούληση του συγγραφέα), διαφεύγει, κατά συνέπεια, ένα μεγάλο μέρος του ζωντανού πολιτικού δια-λόγου, ο οποίος λάμβανε χώρα κάθε φορά (και κάθε φορά διαφορετικός) σε συνάρτηση αφενός με την ικανότητα και τη ζέση του εκάστοτε εξηγητή-μεσάζοντα και αφετέρου με τη δυναμική που αναπτυσσόταν ανάμεσα σε αυτόν και το κοινό του, αλλά και μέσα στο τελευταίο αυτό. Μας διαφεύγουν τα ρητορικά σχήματα, οι εικόνες, οι αλληγορίες, τα παραδείγματα, οι κώδικες των εξηγητικών εργαλείων δηλαδή (οπωσδήποτε, όχι πάντα και όχι για όλους τα ίδια) διά των οποίων οι έννοιες αποκτούσαν την αναγκαία δυναμική, την αναγκαία ενάργεια και «υλικότητα», ώστε να καλυφθεί η απόσταση μεταξύ κειμένου και κοινού, αν και μπορούμε να υποθέσουμε ότι όλα αυτά εξαρτώνταν όχι μόνο από την παιδεία, το ενδιαφέρον και το πάθος του εξηγητή, αλλά και από το επίπεδο, τις γνώσεις, τις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες του κοινού, καθώς και από την ατμόσφαιρα της στιγμής και από τη δυναμική της (από τον ενθουσιασμό δηλαδή, από την απογοήτευση, τη δυσπιστία ή την κούραση που προφανώς προκαλούσαν οι συγκυρίες και οι συνθήκες).

Δεν γνωρίζουμε στοιχεία ικανοποιητικά για την κυκλοφορία αυτών των κειμένων (αριθμοί αντιτύπων, ρυθμοί κυκλοφορίας, αναγνωσιμότητα κ.λπ.), και αν ο υπερβολικά μεγάλος αριθμός τους κατά τη διάρκεια της ρεπουμπλικανικής τριετίας μαρτυρά τη ζέση, την αίσθηση του επείγοντος, με την οποία τα διοικητικά όργανα και οι απλοί θιασώτες της δημοκρατικής ρεπούμπλικας πάσχισαν να διαδώσουν τις ιδέες τους στους «ολιγότερο μορφωμένους αδελφούς τους», όπως εύστοχα τιτλοφορούσε το κείμενό του ο Melchiorre Cesarotti, δεν πρέπει να υπάρχει αμφιβολία ότι το άμεσο αποτέλεσμα, ο αντίκτυπός τους στις μάζες των πόλεων και της υπαίθρου δεν ανταποκρίνονταν στις επιθυμίες τους. Το υλικό-διανοητικό-ιδεολογικό πλέγμα του παραδοσιακού κόσμου μπορεί να γνώρισε σημαντικές αλλά μειοψηφικές ρωγμές στον χώρο της λογιοσύνης, των φωτισμένων τμημάτων της ευγένειας και δευτερευόντως της Εκκλησίας, ωστόσο δεν κινδύνεψε ουσιαστικά στο επίπεδο της κοινωνίας.

Το «ανεξίτηλο ίχνος», όμως, για το οποίο μιλήσαμε παραπάνω, υπήρξε. Και αυτό πρέπει να αναζητηθεί στην έστω κοινωνικά περιορισμένη εμφάνιση της νέας πολιτικής, του νέου πολιτικού λεξιλογίου· στη ριζοσπαστικοποίηση μέρους της λογιοσύνης και των κοινωνικών στρωμάτων, ιδίως των αστικών· στην προβολή μιας νέας λειτουργίας του λόγου και στην υιοθέτηση ενός νέου ρόλου της λογιοσύνης· πρέπει να αναζητηθεί, εντέλει, στην αρχή της διαμόρφωσης της έννοιας του έθνους, του πολίτη και του λαού (αλλά και των συναφών εννοιακών συμπλεγμάτων), στην προώθηση μιας νέας αντίληψης για την πολιτική, στην ανάδειξη της λαϊκής κυριαρχίας σε θεμέλιο αυτής της πολιτικής και στη διεκδίκηση ενός ορθότερου πολιτικού συστήματος.

Αυτές οι παράμετροι της δυναμικής της στιγμής, μάρτυρας της οποίας είναι τα κείμενα αυτά, αναδεικνύουν τη σημασία της, ιδιαίτερα αν αυτή συγκριθεί με το περιεχόμενο και τις στοχεύσεις του πολιτικού λόγου μετά το 1800 και ιδίως μετά το 1814, οπότε, δίχως να χαθεί η δυναμική της προηγούμενης φάσης, οι άξονες γύρω από τους οποίους περιστράφηκαν οι συναινέσεις και οι συγκρούσεις ήταν κυρίως οι έννοιες του έθνους, της εθνικής ενότητας και της δημιουργίας «ενός κράτους για το έθνος».

Αυτή, ακριβώς, η ανάδυση της δημοκρατικής ρεπούμπλικας, της νέας πολιτικής και του λεξιλογίου της είναι το βασικό χαρακτηριστικό της περιόδου από το 1796 μέχρι το 1802, ενώ από τότε και μετά εκείνο που σημάδεψε την ιταλική πολιτική ζωή ή καλύτερα τον στοχασμό των διανοουμένων ήταν η συζήτηση για το έθνος.

Keywords
Τυχαία Θέματα