Οι ειδήσεις που δεν μοιραζόμαστε

«Αν δεν διαδίδεται, δεν υπάρχει», υποστηρίζουν μελετητές και επαγγελματίες των μέσων ενημέρωσης. Αυτή η αλληλοσύνδεση παραμένει έντονη και στο σύγχρονο επικοινωνιακό περιβάλλον, καθώς η αξία μιας είδησης δεν εξαρτάται μόνο από το περιεχόμενό της αλλά και από την ικανότητά της να κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα. Οι κοινοποιήσεις, τα σχόλια και οι αντιδράσεις έχουν μετατραπεί σε βασικούς δείκτες επιρροής, οδηγώντας τα μέσα ενημέρωσης να επενδύουν ολοένα και περισσότερο στη δημιουργία περιεχομένου που μπορεί να διαδοθεί γρήγορα και μαζικά.

Ομως, η εστίαση στη διάδοση αποκαλύπτει μόνο μία

πλευρά της πραγματικότητας. Παρότι τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποτελούν πλέον κεντρικό δίαυλο ενημέρωσης, οι περισσότεροι χρήστες δεν μοιράζονται το σύνολο των ειδήσεων που διαβάζουν. Αντίθετα, το μεγαλύτερο μερίδιο της καθημερινής κατανάλωσης ειδήσεων πραγματοποιείται σιωπηλά, χωρίς κοινοποιήσεις. Πίσω από κάθε είδηση που γίνεται viral υπάρχουν πολλές άλλες που παραμένουν άγνωστες στο ευρύτερο κοινό.

Σχετικές έρευνες έχουν επικεντρωθεί κυρίως στους μηχανισμούς διάδοσης των ειδήσεων και στους λόγους που ωθούν τους ανθρώπους να τις κοινοποιήσουν. Αντίθετα, πολύ λιγότερη προσοχή έχει δοθεί στην αντίστροφη διαδικασία: στη συνειδητή απόφαση των χρηστών να μη μοιραστούν μια είδηση. Κι όμως, η απόκρυψη πληροφοριών αποτελεί εξίσου σημαντική κοινωνική πρακτική, καθώς επηρεάζει άμεσα το ποια θέματα εισέρχονται στον δημόσιο διάλογο και ποια παραμένουν στον ιδιωτικό χώρο.

Αυτό ακριβώς το ερευνητικό κενό επιχείρησαν να διερευνήσουν οι ερευνήτριες Τζένιφερ Ιχμ και Εούνμι Κιμ. Η μελέτη τους βασίστηκε σε διαδικτυακούς χρήστες και στην ανάλυση ειδήσεων που δεν κοινοποιήθηκαν μέσω συνομιλιών στην εφαρμογή μηνυμάτων KakaoTalk, η οποία κυριαρχεί στην αγορά της Νότιας Κορέας. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η απόφαση για κοινοποίηση ή μη μιας είδησης δεν είναι ποτέ μια απλή επιλογή μεταξύ δύο εναλλακτικών επιλογών. Αντίθετα, αποτελεί προϊόν που σχετίζεται με το περιεχόμενο, το κοινό και το πλαίσιο επικοινωνίας.

Οι χρήστες δεν λειτουργούν με έναν μηχανικό τρόπο ούτε μοιράζονται αυτόματα ό,τι θεωρούν ενδιαφέρον. Πριν κοινοποιήσουν, αξιολογούν ποιος θα δει την πληροφορία, πώς ενδέχεται να αντιδράσει και ποιες συνέπειες μπορεί να έχει η πράξη τους στις διαπροσωπικές τους σχέσεις και ιδίως στην πολιτική τους ορατότητα.

Η έρευνα αναδεικνύει ότι το μέγεθος και η φύση του κοινωνικού δικτύου παίζουν καθοριστικό ρόλο. Σε μικρές και κλειστές ομάδες, όπου οι κοινωνικοί δεσμοί είναι ισχυρότεροι, οι χρήστες εμφανίζονται ιδιαίτερα προσεκτικοί. Η προστασία της ιδιωτικότητας, η αποφυγή παρεξηγήσεων και η διατήρηση της αρμονίας στις σχέσεις τους αποτελούν σημαντικά κριτήρια κατά τη λήψη αποφάσεων. Η μη κοινοποίηση μιας είδησης συχνά λειτουργεί ως μέσο προστασίας των κοινωνικών δεσμών και όχι ως ένδειξη αδιαφορίας για το περιεχόμενο.

Αντίθετα, στα μεγαλύτερα και πιο ανοιχτά δίκτυα οι χρήστες αισθάνονται συνήθως λιγότερο δεσμευμένοι από προσωπικές σχέσεις. Παρ’ όλα αυτά, εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί απέναντι σε ειδήσεις που ενδέχεται να προκαλέσουν έντονες αντιδράσεις ή δημόσιες αντιπαραθέσεις. Ιδιαίτερα οι πολιτικές ειδήσεις ή τα θέματα με έντονο συναισθηματικό φορτίο είναι πιο πιθανό να αποκρυφθούν, καθώς θεωρούνται δυνητικά διχαστικά ή επικίνδυνα για τη δημόσια εικόνα του χρήστη.

Τα ευρήματα δείχνουν επίσης ότι οι χρήστες δεν είναι απλοί καταναλωτές της ενημέρωσης. Αντίθετα, λειτουργούν ως ενεργοί διαμεσολαβητές της. Επιλέγουν συνειδητά τι αξίζει ή όχι να διαδώσουν, λαμβάνοντας υπόψη όχι μόνο τη σημασία της είδησης αλλά και τις κοινωνικές συνέπειες της κοινοποίησής της. Υπό αυτή την έννοια, ασκούν έναν άτυπο, αλλά ουσιαστικό ρόλο «πυλωρού» της πληροφορίας, επηρεάζοντας τη ροή των ειδήσεων.

Για τα μέσα ενημέρωσης, το συμπέρασμα είναι ιδιαίτερα σημαντικό. Οι μετρήσεις αφοσίωσης, όσο χρήσιμες κι αν είναι, καταγράφουν μόνο ένα μέρος της πραγματικής σχέσης του κοινού με την ενημέρωση. Πίσω από τους αριθμούς και τη συχνότητα των κοινοποιήσεων, των σχολίων και των like βρίσκεται ένα πολύ μεγαλύτερο κοινό που διαβάζει, αξιολογεί και συχνά επιλέγει να μη μιλήσει. Η διάδοση της ενημέρωσης παραμένει μια διαδικασία που τα μέσα, παραδοσιακά ή νεότερα, μπορούν να επηρεάσουν, αλλά δεν είναι στην πράξη ικανά να ελέγξουν πλήρως.

Ο Στέλιος Παπαθανασόπουλος είναι καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών

Keywords
Τυχαία Θέματα