Οι άλλοι είμαστε εμείς

Σίγουρα κάτι άλλο θα εννοούσε ο Ουμπέρτο Εκο, όταν είπε πως «δεν υπάρχουν ειδήσεις τον Αύγουστο», αφού μόνον για έλλειψη ευαισθησίας δεν θα μπορούσε να κατηγορηθεί, και προπαντός ότι παρακάμπτεται η σημασία ενός γεγονότος που κάθε άλλο, παρά ως «είδηση», μπορεί να λογαριαστεί, αφού δεν θα διαβάσουμε ποτέ κάτι σχετικό γι’ αυτό.

Ηταν τις τελευταίες μέρες του Αυγούστου, στην είσοδο ενός απόκεντρου κινηματογράφου της Αθήνας, γύρω στις 9 το βράδυ, όταν έξι υποψήφιοι θεατές, που είχαν καταλάβει τις απλωμένες, ένθεν κακείθεν, της εισόδου ισάριθμες καρέκλες, διέκριναν έναν άνθρωπο – μάλλον σκιά ανθρώπου θα ήταν η καταλληλότερη έκφραση – να τους πλησιάζει και, όπως ακριβώς θα ενεργούσε, αν δεν είχε αντιληφθεί κανείς την παρουσία του, άρχισε να ελέγχει προσεκτικά τα σταχτοδοχεία, τα αραδιασμένα πάνω στα παρεμβαλλόμενα ανάμεσά τους τραπεζάκια.

Αν και η ανάγκη του για ένα υπόλοιπο αποτσίγαρου φαινόταν να είναι πολύ μεγάλη, ταυτόχρονα δεν διέκρινες στο πρόσωπό του καμιά αγωνία. Ηταν απλά σαν να έκανε κάτι που το επαναλάμβανε καθημερινά σε διαφορετικούς χώρους, λέγοντας – ή μάλλον ψιθυρίζοντας – , σήμερα τουλάχιστον, τις λέξεις: «Θεέ μου, πού κατάντησα, πού κατάντησα».

Επειδή μάλιστα τις έλεγε, όπως αν απευθύνονταν αποκλειστικά στον εαυτό του, φαίνεται να επέβαλε ένα είδος σεβασμού στους άλλους, ώστε οποιαδήποτε κίνηση να του προσφέρει κάποιος από τους έξι παριστάμενους τσιγάρο – δεν μπορεί, έστω κι ένας ανάμεσά τους θα ήταν καπνιστής και, προπαντός, για να έχει επιλέξει μια ταινία όπως αυτή που θα παρακολουθούσε, θα ήταν κι ένας ευαίσθητος άνθρωπος – θα ήταν σαν να έθιγε την αξιοπρέπειά του, ή μάλλον σαν να είχε αντιληφθεί το «κατάντημά» του.

Οπως είχε αιφνίδια εμφανιστεί, το ίδιο απότομα χάθηκε μέσα στο παρακείμενο σκοτάδι. Η βραδιά είχε υπονομευτεί σε σημείο, ώστε ακόμη κι αν παρακολουθούσε κανείς το συγκλονιστικότερο θέαμα – όπως ακριβώς με την ταινία που θα παρακολουθούσαμε στη συνέχεια – να μην μπορεί να εννοηθεί αυτή παρά ως υπόκρουση σε ένα περιστατικό όπως είχε εξελιχθεί πριν μπούμε στον κινηματογράφο.

Πώς είναι δυνατόν σε έναν κόσμο, όχι μόνον τον μακρινό μας, αλλά και τον κοντινό μας, να ξεχειλίζει απ’ όλες του τις πλευρές η δυστυχία κι εμείς που δεν ζούμε άμεσα – αυτή τουλάχιστον τη στιγμή – μια σχετική δοκιμασία, να τη συνειδητοποιούμε σαν ένα αιφνιδιαστικό γεγονός; Να προβληματιζόμαστε και να αναρωτιόμαστε βαθιά μέσα μας γιατί να χρειάζεται ένα συμπτωματικό γεγονός – αφού αν δεν είχαμε πάει το συγκεκριμένο βράδυ, στη συγκεκριμένη γειτονιά και στον συγκεκριμένο κινηματογράφο για να δούμε τη συγκεκριμένη ταινία, το περιστατικό αυτό θα μας είχε μείνει άγνωστο – , προκειμένου να πληροφορηθούμε κάτι που ξέρουμε ωστόσο, από πρώτο χέρι, πως μας περιβάλλει σταθερά και αμετακίνητο, έτοιμο να μας καταπιεί κι εμάς ανά πάσα στιγμή.

Θυμάμαι πάντα ένα κείμενο του Αγγελου Τερζάκη με τον τίτλο «Το παιδί με τα κεράκια», δημοσιευμένο στο «Βήμα», πριν από εξήντα χρόνια – μπορεί και περισσότερα. Μιλούσε για ένα παιδάκι, περίπου δέκα χρόνων, που πουλούσε ένα βράδυ Μεγάλης Παρασκευής, κεράκια στο προαύλιο μιας συνοικιακής εκκλησίας κι ήταν η ενσάρκωση, όπως έπλεε με το αποστεωμένο του κορμάκι μέσα στα φαρδιά, σίγουρα προϊόν ελεημοσύνης, ρούχα.

Και αναρωτιέσαι πώς γίνεται, αντί να εξαλείφονται, ή να περιορίζονται έστω και ελάχιστα, να ανανεώνονται μέσα στα χρόνια τα ραντεβού που δίνει η δυστυχία με τον εαυτό της στους δημόσιους χώρους. Χωρίς καν την παρηγοριά για όσους την εξέφρασαν αυτή την δυστυχία, ο ένας να έχει πληροφορηθεί την ύπαρξη του άλλου, παρά μόνο στην καλύτερη περίπτωση να την έχει φανταστεί. Για μας τους υπόλοιπους που την έχουμε δει με τα ίδια μας τα μάτια την δυστυχία αυτή, να την έχουμε ξεχάσει την επόμενη στιγμή, ακόμη κι αν μας βασανίζουν κάποιες εύκολα ωστόσο παρακάμψιμες τύψεις πως, αν συνεχίζαμε να την θυμόμαστε – ή μάλλον να την έχουμε διαρκώς μπροστά μας – , δεν αποκλείεται ο κόσμος μας να άλλαζε προς το καλύτερο.

Keywords