O ψυχρός πόλεμος της τεχνητής νοημοσύνης

Στις συζητήσεις για το αν η σχέση ΗΠΑ – Κίνας είναι ο νέος Ψυχρός Πόλεμος της εποχής μας, αναλυτές επεσήμαιναν πάντα δύο σημαντικές διαφορές σε σχέση με τον αυθεντικό Ψυχρό Πόλεμο ΗΠΑ και Σοβιετικής Ενωσης. Πρώτον, σε αντίθεση με τότε, οι δύο αντίπαλοι σήμερα έχουν το ίδιο οικονομικό σύστημα καπιταλιστικής ανάπτυξης (παρά την κομμουνιστική ιδεολογική προμετωπίδα του Πεκίνου) και, κυρίως, είναι βαθύτατα διασυνδεδεμένοι οικονομικά.

Δεύτερον, η καινούργια αντιπαλότητα δεν διέθετε μια τεχνολογική διάσταση με τον ίδιο τρόπο που ο πρώτος Ψυχρός Πόλεμος είχε καθοριστεί από την πυρηνική ενέργεια ως πεδίο ανταγωνισμού. Μέχρι σήμερα, ΗΠΑ και Κίνα επωφελούνταν εξίσου από τεχνολογικές εξελίξεις όπως ακριβώς επωφελούνταν από την οικονομική ελευθερία και τα ανοιχτά σύνορα της παγκοσμιοποίησης.

Αυτό πλέον αλλάζει και η τεχνητή νοημοσύνη (ΤΝ) μετατρέπεται στην «πυρηνική ενέργεια» του νέου ανταγωνισμού: ένα τεχνολογικό πεδίο όπου οι δύο υπερδυνάμεις ανταγωνίζονται έντονα για την πρωτοκαθεδρία, όπου οι ειρηνικές χρήσεις της νέας τεχνολογίας είναι δύσκολο να διαχωριστούν από τις πολεμικές της, όπου η μια μεριά θεωρεί κάθε πρόοδο της άλλης απειλή για την ασφάλειά της – κοινώς, έχουμε πλέον και εδώ μια κούρσα εξοπλισμών με λεξιλόγιο, αντιδράσεις και φοβίες που παραπέμπουν στον πυρηνικό ανταγωνισμό Ουάσιγκτον – Μόσχας.

Αυτό γίνεται εμφανές στη συζήτηση που έχει ξεσπάσει στις ΗΠΑ και άλλες δυτικές χώρες σχετικά με τις απειλές που θέτει η ανεξέλεγκτη ανάπτυξη της ΤΝ για το μέλλον της ανθρωπότητας, που πλέον παραδέχονται ανοιχτά και οι ίδιοι οι γκουρού της νέας τεχνολογίας όπως ο Ιλον Μασκ. Η αντίδραση της κυβέρνησης Τραμπ ήταν μια ενστικτώδης άρνηση οποιασδήποτε ρύθμισης της ΤΝ με την επίκληση ακριβώς του φόβου ότι αν η Αμερική θέσει όρια στον εαυτό της, η Κίνα θα την ξεπεράσει. Ο υπουργός Αμυνας Πιτ Χέγκσεθ το έθεσε χαρακτηριστικά: «Αν η Κίνα μάς κερδίσει στον πόλεμο της ΤΝ, τίποτα άλλο δεν θα έχει σημασία».

Για το Πεκίνο αυτή η ενδοδυτική συζήτηση επιβεβαιώνει τους δικούς του φόβους. Οι αμερικανοί μεγιστάνες που ξαφνικά θυμήθηκαν την ανάγκη ρύθμισης της ΤΝ είναι οι ίδιοι που τα προηγούμενα χρόνια δικαιολογούσαν την επιθετική στρατηγική τους (και απέρριπταν αντιρρήσεις σχετικά με τις επιπτώσεις της ΤΝ στις κοινωνίες, στην εργασία και την ιδιωτικότητα) ακριβώς με αναφορά στην απειλή από την Κίνα. Για το Πεκίνο, η δυτική συζήτηση για ρύθμιση της ΤΝ δεν είναι τίποτα άλλο από μια παγίδα για να διακοπεί η ραγδαία πρόοδος της Κίνας σε αυτό τον τομέα. Αντ’ αυτού, και κόντρα στην εμπορική λογική του ιδιωτικού κέρδους που πρεσβεύει η Δύση, η Κίνα προτείνει το δικό της «δημοκρατικό» μοντέλο για την ΤΝ, αυτό της ελεύθερης οpen source χρήσης των νέων μοντέλων, κάτι που είναι εξαιρετικά δημοφιλές παγκοσμίως εκτός Δύσης.

Η αναλογία με τον πυρηνικό ανταγωνισμό του πρώτου Ψυχρού Πολέμου προσφέρει μια αχτίδα αισιοδοξίας. Μετά από σχεδόν 20 χρόνια έντασης που έφεραν τον κόσμο στα πρόθυρα της πυρηνικής καταστροφής, από τη δεκαετία του ’60 και μετά ΗΠΑ, Σοβιετική Ενωση και οι άλλες αναγνωρισμένες πυρηνικές δυνάμεις (μεταξύ τους και η Κίνα) ανέπτυξαν θεσμούς, διαδικασίες και ρυθμίσεις περιορισμού της διασποράς των πυρηνικών όπλων και ειρηνικής χρήσης της πυρηνικής τεχνολογίας. Οι φόβοι για την ΤΝ σήμερα – π.χ. η χρήση της από μη-κρατικούς δρώντες όπως τρομοκρατικές οργανώσεις – έχουν ευθείες αναλογίες με τους φόβους για τους κινδύνους που τα πυρηνικά έθεταν τότε για όλο τον κόσμο, και που τελικά ανάγκασαν τους αντιπάλους να αποδεχτούν κοινούς και αμοιβαία δεσμευτικούς κανόνες.

Θα γίνει η ΤΝ τελικά ο συνδετικός ιστός μιας νέας παγκόσμιας ισορροπίας μεταξύ κυβερνήσεων που θα αναγνωρίσουν τους κοινούς κινδύνους παραπάνω από την ανάγκη να κερδίσουν την κούρσα της αντιπαλότητας; Το παράδειγμα της πυρηνικής ενέργειας δείχνει ότι κάτι τέτοιο ήταν εφικτό, μόνο όμως αφού η ισορροπία του τρόμου έφτασε στα όριά της. Είναι ένας κύκλος που η ανθρωπότητα δυστυχώς μάλλον θα πρέπει να ξαναπεράσει.

Ο Αγγελος Χρυσόγελος είναι αναπληρωτής καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο London Metropolitan University

Keywords