Ο «πόλεμος της αντιπολίτευσης»

Οι παλιές ταυτότητες των μελών του βρετανικού Εργατικού Κόμματος είχαν στο πίσω μέρος τους τυπωμένη την ιστορική διατύπωση του άρθρου 4 του καταστατικού του, που υποστήριζε, από το 1918, «την κοινή ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, διανομής και ανταλλαγής, καθώς και το καλύτερο δυνατό σύστημα λαϊκής διαχείρισης και ελέγχου κάθε βιομηχανίας ή υπηρεσίας». Κατά καιρούς, η δεξιά πτέρυγα του κόμματος επιχειρούσε να απαλλαγεί από αυτόν τον – θεωρητικό, φυσικά – όρκο πίστης στον σοσιαλισμό, θεωρώντας τον εμπόδιο στις εκάστοτε εκλογικές φιλοδοξίες. Το κατάφερε τελικά ο Τόνι Μπλερ, το 1995. Το άρθρο 4 επαναδιατυπώθηκε με τρόπο φιλικό προς μια «δυναμική οικονομία» και τον «συνδυασμό της επιχειρηματικότητας της αγοράς με τις δυνάμεις της συνεργασίας και της συνεργατικότητας». Ετσι γεννήθηκαν οι Νέοι Εργατικοί, με ένα νέο ιδεολογικό credo.

Αλλα μεγέθη, άλλα ιστορικά συμφραζόμενα, αλλά η διατύπωση από την ΕΛΑΣ του Αλέξη Τσίπρα της θέσης πως, αν γίνει κυβέρνηση, δεν θα καταργήσει τα μη κρατικά πανεπιστήμια που ιδρύθηκαν με τον νόμο Πιερρακάκη, θα αλλάξει απλώς τον ίδιο το νόμο, εισάγοντας αυστηρότερα ακαδημαϊκά κριτήρια, θα μπορούσε να είναι, τηρουμένων των αναλογιών, το αντίστοιχο της αλλαγής του άρθρου 4 από τον Μπλερ. Μικρότερης σημασίας και χαμηλότερου ιστορικού βάρους, φυσικά. Αποστασιοποίηση, ωστόσο, από ένα εμβληματικό πολιτικό και ιδεολογικό ταμπού.

Η διατύπωση επικρίθηκε από τα αριστερά ως δεξιά στροφή. Αναμενόμενο. Οσο αναμενόμενη ήταν και η κριτική της κυβέρνησης που βρήκε τη θέση αντιφατική, επειδή η ΕΛΑΣ θα σεβαστεί μεν τα ιδρυθέντα πανεπιστήμια αλλά δεν στέργει στην αναθεώρηση του άρθρου 16 του Συντάγματος. Εκείνο που δεν ήταν αναμενόμενο ήταν η κριτική που διατυπώθηκε από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ. «Προφανώς ξεκίνησαν οι πρόβες συγκυβέρνησης με τη Νέα Δημοκρατία», έλεγε η ανακοίνωση του κόμματος – το οποίο, πάντως, έχει ταχθεί υπέρ της αναθεώρησης του άρθρου 16.

Ξεκίνησε έτσι ένα γαϊτανάκι δηλώσεων και αντιδηλώσεων. Το ΠΑΣΟΚ θεώρησε ότι «παίρνει το αίμα του πίσω» για όσα του έσερνε ο ΣΥΡΙΖΑ στα χρόνια των μνημονίων, κατηγορώντας τον Τσίπρα ότι είναι πιο κοντά στις κυβερνητικές θέσεις σε διάφορα θέματα. Η ΕΛΑΣ θεώρησε ότι απαντά στην κριτική μετατοπίζοντας τη συζήτηση και κάνοντας επίθεση στο ΠΑΣΟΚ για ένα άσχετο θέμα που ξαφνικά ανασύρθηκε – τα παλαιά χρέη των κομμάτων – για να συσχετίσει το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης με την επίσης χρεωμένη ΝΔ. Και το ΠΑΣΟΚ ανταπάντησε θέτοντας ερωτήματα για τη χρηματοδότηση της λειτουργίας και της καμπάνιας του νέου κόμματος από αφανείς «μεγάλους χορηγούς».

Η αντιπαράθεση ανάμεσα στα δύο κόμματα δεν είναι ούτε ανεξήγητη ούτε παράλογη. Μάχονται – προς το παρόν, στα μαρμαρένια αλώνια των δημοσκοπήσεων – για την πρωτοκαθεδρία στην αντιπολίτευση και στον χώρο αριστερά του Κέντρου. Μάχονται για ένα προβάδισμα που θεωρούν που θα τους δώσει την πρωτοβουλία των κινήσεων την επόμενη μέρα για τη συγκρότηση μιας εναλλακτικής κυβερνητικής λύσης. Σε ανταγωνισμούς τέτοιου είδους, η επιλογή των όπλων δεν είναι πάντα καλαίσθητη και τα χτυπήματα, πάνω και κάτω από τη μέση, είναι μέρος του παιχνιδιού. Το θέμα είναι πώς προσδιορίζεται το πεδίο του ανταγωνισμού, το «επίδικο» της αντιπαράθεσης, το αντικείμενο του καβγά.

Είναι, λοιπόν, σαν τα δύο μεγαλύτερα κόμματα της αντιπολίτευσης να έχουν μπει σε έναν διαγωνισμό με έπαθλο ποιο από τα δύο καταγγέλλει πιο σκληρά την κυβέρνηση, ποιο απορρίπτει πιο κατηγορηματικά όλες, αδιάκριτα, τις πολιτικές της επιλογές και ποιο ορκίζεται πιο δεσμευτικά πως ποτέ, μα ποτέ, κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, δεν θα δεχθεί να συγκυβερνήσει με τη ΝΔ. Σαν να υπάρχει εκεί έξω ένα εκλογικό σώμα που περιμένει να δώσει την ψήφο του, όπως ο Πάρης το μήλο στην Αφροδίτη, όχι σε όποιον πείσει ότι έχει ένα εναλλακτικό σχέδιο διακυβέρνησης και την ικανότητα να το επιβάλει, αλλά σε όποιον φωνάζει πιο δυνατά το «απεταξάμην» στον Μητσοτάκη. Σαν να μη βλέπουν ότι, έτσι, με αυτόν τον διαρκή διαγωνισμό αντιμητσοτακισμού, κινδυνεύουν να παίξουν το παιχνίδι του «αποτασσόμενου», να συνομολογούν χαμηλόφωνα την ηγεμονία που σε υψηλούς τόνους αμφισβητούν.

Ως πολιτικό πρόβλημα της χώρας περιγράφεται, συνήθως, η ατελής κομματική ισορροπία με ένα μεγάλο (αλλά όχι πια κυρίαρχο) πολιτικό κόμμα, δύο μεσαία και μια πανσπερμία μικρών κομμάτων. Και ως στόχος της (όποιας) αντιπολίτευσης, ορίζεται η ικανότητά της να αμφισβητήσει αυτήν την ισορροπία και τη δημοσκοπική πρωτιά του κυβερνώντος κόμματος. Αλλά αυτό προϋποθέτει την ικανότητά της να κατακτήσει αυτό που ο Γιάννης Βούλγαρης (στα «ΝΕΑ») όριζε ως «ζωτικό Κέντρο», που είναι διαφορετικό από το δημοσκοπικό Κέντρο και συνιστά τον «κοινό νου της κοινωνίας», τις κυρίαρχες πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις. Ο ανταγωνισμός μεταξύ των κομμάτων για την κατάκτηση αυτού του Κέντρου είναι λογικό να υπάρχει. Αλλά όχι με τρόπο που να μεταθέτει τη συζήτηση και να υπονομεύει τον στόχο τον ίδιο.

Keywords