Μια χώρα στα άκρα

Στη γερμανική πολιτική τίποτα δεν είναι πια όπως παλιά. Οι περιφερειακές εκλογές την Κυριακή στο κρατίδιο-πόλη του Βερολίνου και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, στο βορειοανατολικό τμήμα της χώρας, καθώς και πριν από δύο εβδομάδες στη Σαξονία-Ανχαλτ, ανέτρεψαν την παλαιά τάξη πραγμάτων και δημιούργησαν νέες πολιτικές πραγματικότητες. Για ακόμη μία φορά, ο χαρακτηρισμός «ιστορικός» χρησιμοποιείται ευρέως, προκειμένου να αποδώσει το μέγεθος των αλλαγών που επιθυμούν οι ψηφοφόροι.

Μετά το σοκ

της Σαξονίας-Ανχαλτ, όπου πριν από δύο εβδομάδες η ακροδεξιά Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) αναδείχθηκε, με ποσοστό 44%, μακράν ισχυρότερη πολιτική δύναμη, το κόμμα με το αντιφιλελεύθερο πρόγραμμα συνέχισε τη νικηφόρα πορεία του και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, καταλαμβάνοντας την πρώτη θέση. Ωστόσο, και εδώ η Ακροδεξιά, με 38%, δεν κατάφερε να πετύχει τον στόχο της απόλυτης πλειοψηφίας.

Ενώ οι θρίαμβοι του AfD επιβεβαιώνουν τη γενικότερη δεξιά στροφή, την οποία καταγράφουν οι δημοσκόποι στο μεγαλύτερο μέρος της Γερμανίας, οι εκλογές στο Βερολίνο δείχνουν ότι υπάρχει και η αντίστροφη τάση. Στην πρωτεύουσα, το ακροαριστερό Die Linke υπερδιπλασίασε το ποσοστό του, ξεπερνώντας το 25%. Και αυτό το αποτέλεσμα έχει ιστορικές διαστάσεις.

Το κόμμα, που – ας μη το λησμονούμε – αποτελεί διάδοχο σχήμα του άλλοτε κυβερνώντος κομμουνιστικού κόμματος της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, έχει πλέον μια ρεαλιστική πιθανότητα, μέσα σε ένα ριζικά μεταβαλλόμενο πολιτικό τοπίο, να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού σε συνεργασία με τους Πράσινους και το καταποντισμένο SPD.

Το γεγονός ότι επικεφαλής αυτής της κυβέρνησης θα βρισκόταν μια γυναίκα τουρκικής καταγωγής αποτελεί μία ακόμη απόδειξη του βαθμού στον οποίο έχει αλλάξει η γερμανική κοινωνία. Αυτό που μέχρι πριν από λίγα χρόνια έμοιαζε αδιανόητο έχει πλέον σχεδόν ομαλοποιηθεί και αποτελεί μέρος της πολιτικής κανονικότητας. Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία: και στις δύο περιπτώσεις, νικητές των εκλογών αναδείχθηκαν ριζοσπαστικά κόμματα. Μεγάλοι ηττημένοι είναι τα κόμματα του Κέντρου, τα οποία συνθλίφτηκαν πολιτικά από την επέλαση των άκρων.

Οι απώλειες είναι δραματικές, αν αναλογιστεί κανείς ότι το Βερολίνο θεωρούνταν επί δεκαετίες προπύργιο της γερμανικής Σοσιαλδημοκρατίας και ότι ο Βίλι Μπραντ διετέλεσε δήμαρχος της πόλης. Για πρώτη φορά στην ιστορία της, η CDU δεν κατόρθωσε να υπερβεί το όριο του 5%. Η καταστροφική αυτή ήττα της Χριστιανοδημοκρατικής Ενωσης στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, το κρατίδιο από το οποίο κατάγεται πολιτικά η Ανγκελα Μέρκελ, αποδεικνύει καλύτερα από πληθώρα σχολίων και αναλύσεων ότι το ιστορικό κόμμα βρίσκεται σε βαθιά κρίση, την οποία ορισμένοι χαρακτηρίζουν υπαρξιακή.

Σε μια κίνηση πρωτοφανή για τα γερμανικά δεδομένα – και συνεπώς, για ακόμη μία φορά, ιστορική – ο ομοσπονδιακός καγκελάριος απευθύνθηκε το βράδυ της Κυριακής στους πολίτες, λίγα μόλις λεπτά μετά το κλείσιμο της κάλπης, διαμηνύοντας την πρόθεσή του να παραμείνει στην εξουσία. Ο καγκελάριος χαρακτήρισε μεν το αποτέλεσμα στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία «καταστροφή», έσπευσε όμως να τονίσει ότι αυτό που απαιτείται τώρα είναι «σθένος, σταθερότητα και υπομονή» και ότι, ως εκ τούτου, δεν έχει καμία διάθεση να εγκαταλείψει ούτε την προεδρία του κόμματος ούτε την καγκελαρία.

Μετά τις εκλογές ακολουθούν οι διαπραγματεύσεις για τον σχηματισμό κυβερνητικών συνασπισμών. Η εποχή των μονοκομματικών κυβερνήσεων αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια παρελθόν στη Γερμανία. Ενώ μέχρι πρόσφατα δύο κόμματα αρκούσαν για τον σχηματισμό σταθερών κυβερνήσεων, με βάση τα σημερινά δεδομένα απαιτούνται πλέον τρία.

Σε πολιτικό επίπεδο, η Γερμανία βιώνει μια ριζοσπαστικοποίηση των Κοινοβουλίων, η οποία καθιστά δυσκολότερο τον σχηματισμό σταθερών κυβερνήσεων. Κανένα από τα υπόλοιπα κόμματα δεν επιθυμεί να συνεργαστεί με το AfD. Οι επόμενες εβδομάδες και μήνες θα δείξουν αν η CDU θα συνεχίσει την άκαμπτη πολιτική της απομόνωσης ή αν θα αρχίσει να χαλαρώνει το λεγόμενο «τείχος προστασίας» απέναντι στην Ακροδεξιά.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση CDU και SPD βρίσκεται αντιμέτωπη με θυελλώδεις καιρούς. Υπό το βάρος της έκδηλης απώλειας κύρους και εξουσίας, ο 70χρονος καγκελάριος χαρακτηρίζεται ολοένα συχνότερα «lame duck», δηλαδή πολιτικά αποδυναμωμένος ηγέτης με περιορισμένα περιθώρια δράσης. Για τον Μερτς και την κυβέρνησή του αποτελεί, στην καλύτερη περίπτωση, μια μικρή παρηγοριά το γεγονός ότι οι επόμενες εκλογές για περιφερειακά Κοινοβούλια θα διεξαχθούν μόλις τον Απρίλιο του επόμενου έτους.

Ως αποτέλεσμα της ομοσπονδιακής συνταγματικής του δομής, η Γερμανία βρίσκεται σε μια κατάσταση διαρκούς προεκλογικής εκστρατείας. Αυτό δυσχεραίνει το έργο μιας κυβέρνησης που επιδιώκει να προωθήσει μια αντιδημοφιλή μεταρρυθμιστική ατζέντα. Σε τελική ανάλυση, όμως, όπως καταδεικνύουν τα πρόσφατα εκλογικά αποτελέσματα, αποδεικνύεται επιζήμιο και για τη σταθερότητα της δημοκρατικής τάξης.

Ο δρ Ρόναλντ Μαϊνάρντους είναι κύριος ερευνητής στο Ελληνικό Ιδρυμα Ευρωπαϊκής και Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΛΙΑΜΕΠ)

Keywords
Τυχαία Θέματα