Μέρες του Αυγούστου

Τούτες τις μέρες της φωτιάς δεν βρίσκεις εύκολα τον ίσκιο της παρηγοριάς να ξανασάνεις. «Μας κύκλωσε καταστροφή» τραγουδούσε ο Λάκης Χαλκιάς στο αφιέρωμα για την αποδημία του, κι ήταν σαν μπάντα ηχητική, στις εικόνες της μεγάλης πυρκαγιάς.

Κάθε καλοκαίρι κοκκινίζει ο ουρανός, μαυρίζει η ψυχή. Θυμήθηκα μικρός που τη φωτιά μόνο στο τζάκι την είχα δει, και στον Αϊ- Γιάννη που ανάβαμε φωτιές τη νύχτα σε σταυροδρόμια και πλατείες να τις πηδάνε παίρνοντας φόρα με μεγάλες δρασκελιές οι κοπέλες

και τα μεγάλα αγόρια στο νησί.

Πρωτάκουσα τη λέξη πυρκαγιά απ’ το ραδιόφωνο. «Πρώτο Πρόγραμμα. Η ραδιοφωνική βιβλιοθήκη. “Τα ψάθινα καπέλα”. Της Μαργαρίτας Λυμπεράκη. Διαβάζει…». Αλήθεια, ποιος, ποια διάβαζε τότε; Αδύνατον να θυμηθώ. Κι όμως, με είχε συναρπάσει σφόδρα αυτή η περιγραφή κι ήτανε δύο οι λόγοι. Ο ένας, γιατί έλεγε τη φωτιά, φίδι, κι ο άλλος, γιατί λέει οι φλόγες παίρναν τη μορφή διαβόλων. Είχαμε στον πρόναο της εκκλησίας στ’ Αμπελάκι, «Εισόδια της Παναγίας», μια τοιχογραφία που έπιανε όλο τον τοίχο και παρίστανε την ώρα της Μεγάλης Κρίσεως· στ’ αριστερά ήτανε ζωγραφισμένοι με μαυροκόκκινα χρώματα οι κολασμένοι. Ή μήπως όλα αυτά είναι ένα τέχνασμα της μνήμης που με τα χρόνια προσθέτει, αφαιρεί,  διαστρεβλώνει την εικόνα και τη φέρνει στα μέτρα της στιγμής;

Τι στο Google έψαξα, τι στο GPT, καμία πληροφορία. Το ένα αγνοούσε τη σκηνή, το άλλο αδυνατούσε να μου τη γράψει γιατί είχε λέει πνευματικά δικαιώματα. Οπως σ’ όλες αυτές τις περιπτώσεις μια είναι η σωτηρία μου, και το όνομα αυτής Αιμιλία. Παίρνω τηλέφωνο «Σώσε με. Εχεις τα Ψάθινα Καπέλα;». –«Αμέσως μπροστά μου το βλέπω στην παιδική βιβλιοθήκη. Τη σκηνή με την πυρκαγιά θες; Ψάχνω τη βρίσκω στη στέλνω σε  φωτό». Την έστειλε σε δυο λεπτά.

Αντιγράφω: «Οταν ξαφνικά είδαμε την πυρκαγιά. Αρχιζε από μια κορφή της Πάρνηθας, δεξιότερα απ’ την Αγία Τριάδα και τραβούσε στην κορυφογραμμή σαν το φίδι. Θα ‘χε αρχίσει από νωρίς, όμως τη μέρα δεν φαινόταν. Ο ουρανός ήτανε κόκκινος, έβλεπες κόκκινες φλόγες και κόκκινο καπνό… Ο άνεμος την είχε δυναμώσει, το κόκκινο φίδι προχωρούσε τρομακτικά γρήγορα. Οι φλόγες γλύφανε τον ουρανό, παίρνοντας σχήματα διαβόλων που χορεύουν. Ο ένας κρατούσε ένα πηρούνι δυο φορές σαν το μπόι του, του αλλουνού τα χέρια φτάνανε τις πατούσες, γελούσαν. […] η πυρκαγιά κράτησε τρεις μέρες και τρεις νύχτες. Κόντεψε να φτάσει ως το Μπάφι να κάψει τους ανθρώπους. Το βουνό μοιάζει τώρα με πληγωμένο θηρίο που επουλώνει τις πληγές του στον ήλιο».

Ναι σωστά το θυμόμουν, μόνο που τώρα ήξερα σε ποιο μέρος θα μας ζωγραφίσουν στον πρόναο της εκκλησίας του μέλλοντός μας. Στον αριστερό τον τοίχο· γιατί εμείς θα είμαστε για τα παιδιά και τα εγγόνια μας, εμείς θα είμαστε οι αμαρτωλοί, εμείς κι οι κολασμένοι.

Χαιρετώ.

Keywords
Τυχαία Θέματα