Κωφή και άλαλη πατρίδα;

Ζούμε στην εποχή των κομματικών αστοχιών στις προβλέψεις τους και των ασκούμενων πολιτικών, δίχως εθνικό στόχο, στα λαθεμένα σχέδιά τους. Ολες και όλοι μοιάζει να ζούμε υπό την αίρεση κάποιου θαύματος ή υπό την προθεσμία κάποιας εκλογικής αλλαγής.

Παραταύτα πολιτικοί και πολίτες λειτουργούν εκτός θεσμικών κανόνων και ηθικών ορίων, εκτός προσωπικής ευθύνης και κοινωνικής λογοδοσίας, με αποτέλεσμα στην πρώτη «στραβή» να περισσεύουν οι Πόντιοι Πιλάτοι [sic] και να λείπουν οι ένοχοι. Διάψευση, οργή και φόβος διαμορφώνουν κοινό πλαίσιο «συγκάλυψης» ή ανοχής της ανευθυνότητας των ισχυρών, ενώ

τιμή, ατιμία και ατιμωρησία δεν αποτελούν κοινούς τόπους κοινωνικής συμφωνίας ως προς την (απ)αξία τους.

Ουδείς εμπιστεύεται ουδένα. Πολίτες κάνουν αναφορές και καταγγελίες, που πετιούνται στον κάλαθο των αχρήστων της γραφειοκρατίας, δήμαρχοι αρνούνται να στελεχώσουν τον θεσμό του Συμπαραστάτη του πολίτη – μήπως και χάσουν κάποια ψιχία της συγκεντρωτικής εξουσίας τους – ο Συνήγορος του Πολίτη περιμένει επί τριετία και πλέον μετέωρος μέχρι να συμφωνήσουν τα κόμματα με ποιον – κοινής αποδοχής επιστήμονα [sic] – θα τον αντικαταστήσουν (;) – ώστε να λειτουργεί χωρίς προβλήματα ο έλεγχος της Διοίκησης –  οι Ανεξάρτητες Αρχές όλο και λιγότερο προασπίζονται τα δικαιώματα του πολίτη – άλλοτε λόγω δια-πλοκών κι άλλοτε λόγω εμ-πλοκών – οι αυτοαποκαλούμενες «συλλογικότητες» περί άλλα – ελάσσονος σημασίας θέματα μικροεξουσιών τους – τυρβάζουν, η καθημερινή ατομική επιβίωση κατέστη γρίφος της τυχαιότητας, κι όμως εξακολουθούμε να πιστεύουμε σε μάγους της πολιτικής, της σωματικής ανα-γέννησης, της διανόησης του Κολωνακίου, της «επανάστασης» των Εξαρχείων ή σε θεόπεμπτους σωτήρες.

Ξεμείναμε από εθνικά σύμβολα – οι πάντες και τα πάντα αμφισβητούνται ή ανα-θεωρούνται – αγόμαστε και φερόμαστε από ψευτοδιλήμματα – ή αυτοί ή εμείς, ή εγώ ή κανείς, κ.λπ. – παρασυρόμαστε από ουτοπίες, κατασκευασμένες σε υπόγεια παραγωγών fake news, στρατευόμαστε στ’ αγήματα άκαπνων στρατηγών, που συχνά φυγομαχούν.

Μία πατρίδα που κωφεύει στις κραυγές αγωνίας των αποκλεισμένων και στις φωνές ευθύνης των συνεπών, που δεν αισθάνεται την ανάγκη να εξηγήσει στους πολίτες την πορεία της προς το δύσκολο μέλλον και ομιλεί μόνο με τους δημαγωγούς και τους μεσάζοντες, δεν υπηρετεί σωστά τη Δημοκρατία. Μία κοινωνία που όλο αλλάζει κι όλο η ίδια μένει – κουρασμένη, κορεσμένη; – αφήνοντας χώρο για αντικοινωνικά κι ακοινωνικά παιχνίδια, είτε στην πλάτη της είτε στο όνομά της, δεν αποπνέει αισιοδοξία και δεν καλλιεργεί το αίσθημα του συν-ανήκειν.

Το έχω ξαναγράψει. Αναρωτιέμαι αν το 60% που δηλώνει ότι «θέλει μία άλλη Ελλάδα», επειδή τώρα βαδίζουμε σε «λάθος κατεύθυνση», αν εννοεί ότι εκείνοι περπατάνε στη σωστή κατεύθυνση – αν δηλαδή ζουν, παρά τον προφανώς διαφορετικό τρόπο που ψηφίζουν, σ’ ένα τελείως άλλο πλαίσιο – ηθικό, κοινωνικό, πολιτισμικό – από το ισχύον. Με άλλα λόγια, αναρωτιέμαι αν ανάμεσά τους δεν βρίσκονται λαμόγια, κερδοσκόποι, πολιτικά ακραίοι, αριβίστες κ.λπ.

Μέσα σ’ ένα γενικευμένο κλίμα ανομίας και παρανομιών, οι δυσπιστούντες – και ορθώς – δεν συνιστούν ενιαίο corpus, ούτε ό,τι λένε είναι πάντοτε το σωστό. Απλώς είναι αντίθετοι του κρατούντος συστήματος – και πάλι ορθώς. Οταν, όμως, μία κοινωνία στο σύνολό της δεν μοιράζεται «κοινές αξίες», τότε η ευκτική προσέγγιση δεν αρκεί από μόνη της, για να διορθώσει τα κακώς κείμενα.

Το κράτος «δεν είναι ούτε μπαμπούλας ούτε νταντά», οπότε όποιος υπόσχεται μία άλλη/καλύτερη ζωή, μη-αποδεχόμενος το αρνητικό πεπρωμένο του λαού, οφείλει με ακρίβεια να μας πει και να μας εξηγήσει – πότε, πώς, με ποιους κ.λπ. Μπορεί «όποιος βασίζεται στον λαό, να χτίζει στην άμμο», αλλά και «όποιος χρηματοδοτείται από το κατεστημένο, για ν’ αλλάξει την ζωή του λαού [sic]», ή είναι επικίνδυνα αφελής ή είναι υποκριτής. Προφανώς, «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι», όμως σε αυτή την Ελλάδα «και η ουρά» είναι δύσοσμη.

Ο καθηγητής Γιάννης Πανούσης είναι πρώην υπουργός

Keywords
Τυχαία Θέματα