Καμία σημαία στο κενό

Κάποτε τα πράγματα ήταν πιο απλά: στις εθνικές επετείους, η μια πλευρά στεκόταν ιστορικά περήφανη και κριτικά απούσα από τους εορτασμούς, ενώ η άλλη «έντυνε» την ημέρα με κιτς, φολκλόρ και μια συγκεκριμένη ιδέα του τι εστί πατριωτισμός – αν σου ταίριαζε, σου ταίριαζε, αλλιώς τασσόσουν απευθείας απέναντι.

Όμως το «τέλος της Ιστορίας» έφερε μαζί και το τέλος της βεβαιότητας: αν μια πιο διεθνιστική ή πιο μαρξιστική θεώρηση των πραγμάτων σε έκανε συνειδητά να παραδίδεις ένα μέρος της γλώσσας και της εθιμοτυπίας στους απέναντι,

πώς παραμένεις παρών και παρεμβατικός, όταν οι συνθήκες το απαιτούν; Εν μέσω γενικευμένης θεσμικής αδράνειας, ποιος θα απομείνει για να σου εγγυηθεί πως η πατρίδα σου, η χώρα που μεγάλωσες, θα σε χωράει για πάντα;

Χθες, ένας καταδικασμένος ακροδεξιός, που πριν από μερικά χρόνια διηύθυνε εγκληματική οργάνωση με τον μανδύα πολιτικού κόμματος, θεώρησε πως η 28η Οκτωβρίου, η επέτειος της πάλης των Ελλήνων απέναντι στον φασισμό, είναι η καταλληλότερη ημερομηνία να απευθυνθεί στο πλήθος που τον ακολουθεί: αυτούς που έχουν πάρει θάρρος, επειδή αποφυλακίστηκε, και βγάζουν μαχαίρια στον δρόμο, αυτούς που δεν αναγνωρίζουν όχι το αίμα των στρατιωτών του έπους του ’40 ή των αντιστασιακών, ούτε καν το αίμα που χύθηκε πριν από 13 χρόνια ένα βράδυ στο Κερατσίνι – για τους μετανάστες που χάθηκαν, ούτε λόγος. Αυτούς χθες η Αστυνομία τούς προστάτευσε· επιτέθηκε σε εκείνους που διαδήλωναν εναντίον τους.

Για την άνοδο της Ακροδεξιάς στην Ελλάδα μπορούμε να βρούμε πολλές αιτίες και ενδεχομένως ούτε μία από αυτές δεν θα εδράζεται στην ιστορική της συνέχεια – για το μεγαλύτερο μέρος της Μεταπολίτευσης, οι πολιτικοί πρόγονοι των σημερινών νεοναζί είχαν μείνει στο περιθώριο, ανακυκλώνοντας ακραίες θεωρίες, ιστορικές παρερμηνείες και ακατάληπτους συμβολισμούς μεταξύ τους. Το ποσοστό των ακροδεξιών στη χώρα είναι μετρημένο και συγκεκριμένο, ακόμα και τις πιο δύσκολες εποχές της κρίσης.

Είμαστε όμως βέβαιοι πως όσα σήμερα μας καθησυχάζουν ισχύουν για τις γενιές που έρχονται, αυτές που έμαθαν να είναι πολιτικά απαθείς, απογοητευμένες από αυτό που εκλαμβάνουν ως απουσία εναλλακτικής; Πόσο σίγουροι είμαστε πως οι νεότεροι συμπολίτες μας είναι επαρκώς δημοκρατικά εκπαιδευμένοι για να καταλάβουν τη διαφορά ενός δημοκράτη από έναν φασίστα; Μήπως πιστέψουν πως είναι κι αυτό μια ιδεολογική κόντρα σαν όλες τις άλλες που ακούν κάθε μέρα, με βαρύγδουπες εκφράσεις που χρησιμοποιούνται απερίσκεπτα από πολιτικούς που ψάχνουν μόνο την ατάκα – άρα δεν τους αφορά;

Υπάρχει μια άχαστη συνταγή όταν μιλάς με νέους για την Ακροδεξιά – και αυτή δεν είναι η ιδεολογική κατήχηση· υπάρχει μια γλώσσα που, κουτσά στραβά, έμαθαν να καταλαβαίνουν. Απαιτεί όμως και μια μικρή θυσία: κάποιος που νιώθει ιστορικά υπερήφανος, αλλά παραμένει κριτικά απών, να κάνει ένα βήμα, να μιλήσει για πράγματα που νιώθει πως είναι γραφικά ή τετριμμένα. Κάτι ξέρει ο Γιούργκεν Κλοπ όταν στήνει την εθνική ομάδα της Γερμανίας απέναντι από την AfD. Το ίδιο που ξέρει ο Πέδρο Σάντσεθ όταν ταυτίζει την Ισπανία με την αγάπη για τον άλλο ή ο Μπαράκ Ομπάμα όταν επιμένει, στον δρόμο προς τις ενδιάμεσες εκλογές στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, πως η ιστορία των ΗΠΑ είναι μια ιστορία ελευθερίας και μάχης για την κοινωνική δικαιοσύνη. Καμία σημαία δεν κυματίζει στο κενό.

Keywords
Τυχαία Θέματα