Η κηδεία ως κοινός τόπος

Τη θυμάμαι αυτήν την ημέρα, τη 3η Νοεμβρίου δηλαδή, πριν από 58 χρόνια. Και θεωρώ ότι δεν θα την ξεχάσω και ποτέ. Το μπαλκόνι του σπιτιού μας έβλεπε στην πλαϊνή είσοδο του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», σε εκείνη από την οποία μπαινόβγαιναν τα αυτοκίνητα. Θυμάμαι μάλιστα ότι, επειδή ήμουν κοντοπίθαρο, το κεφάλι μου δεν έφτανε πάνω από το κιγκλίδωμα κι έτσι, ό,τι έβλεπα το έβλεπα μέσα από τα κάγκελα, σαν φυλακισμένη στην ασάφεια και τις απορίες της παιδικής ηλικίας.

Εκείνη την ημέρα λοιπόν υπήρχε, από νωρίς το πρωί, μεγάλη κινητικότητα. Δεν ήταν μόνο ο κόσμος που είχε μαζευτεί, τα πηγαινέλα,

οι φωτογράφοι με τις μηχανές τους. Η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, αυτά που είχα ακούσει χωρίς να τα πολυκαταλαβαίνω, μου έδιναν την αίσθηση ότι όλο αυτό επρόκειτο για κάτι μεγάλο, κάτι σημαντικό, σαν να υποψιαζόμουν δηλαδή ότι ήμουν παρούσα σε μια εγγραφή της Ιστορίας.

Κάποια στιγμή, βγήκε από εκείνη την πόρτα μια νεκροφόρα. Και ενώ αυτή η εικόνα προκαλεί, κατά κανόνα, σιωπή (έτσι τουλάχιστον ήξερα) σαν να αντιλήφθηκα μια αναστάτωση, κάτι που δεν το καταλάβαινα απολύτως, αλλά μου δημιουργούσε κάτι σαν έκσταση. Πλέον το είχα συνειδητοποιήσει. Δεν είχε σημασία το ότι δεν ήξερα τι ακριβώς παρακολουθούσα. Ημουν σίγουρη, όμως, ότι αυτό που παρακολουθούσα θα το θυμόμουν για πάντα. Οπως και έγινε.

Το φέρετρο ήταν του Γεωργίου Παπανδρέου. Το έμαθα αργότερα. Μαζί με την είδηση ότι η κηδεία του είχε συγκεντρώσει χιλιάδες κόσμου. Και κάτι είχε γίνει εκεί που επίσης δεν καταλάβαινα. Υπήρχε όμως μια οικογενειακή ανησυχία για τη Νάντα, μια μεγαλύτερη ξαδέλφη, φοιτήτρια τότε, που κάτι είχε κάνει στην κηδεία και το θέμα ήταν πώς θα μπορούσε να αποφύγει τις συνέπειες. Χρόνια αργότερα, έμαθα ότι εκείνη η κηδεία εξελίχθηκε στην πρώτη και μεγαλύτερη μέχρι τότε συγκέντρωση εναντίον της Χούντας.

Η Νάντα μου το είπε μαζί με τη δική της αποκοτιά να δίνει την πάσα, ως επικεφαλής μιας φοιτητικής ομάδας, σε συνθήματα όπως «Κάτω η τυραννία» και «Είσαι ο πρωθυπουργός». Τρία χρόνια μετά έγινε η κηδεία του νομπελίστα Γιώργου Σεφέρη που επίσης εξελίχθηκε σε συλλαλητήριο κατά της Χούντας. Ημουν όμως πια αρκετά μεγάλη ώστε να ψιλοκαταλαβαίνω ακόμη και τα, εξαιτίας της λογοκρισίας, ανείπωτα.

Σήμερα πια καταλαβαίνω την επίδραση που μπορεί να έχει μία κηδεία στο συλλογικό μας θυμικό, ακόμη και σε εμάς που σηκώνουμε το χέρι υπέρ της αποτέφρωσης. Αυτό το οριστικό κατευόδιο, η λεπτή γραμμή μεταξύ του «επέκεινα» και του «από ‘δω», κάνει τον άνθρωπο να συνειδητοποιήσει τη ματαιότητά του. Να νιώσει ένα είδος φόβου αλλά και εγγύτητας αφού καταλαβαίνει, το βλέπει μπροστά στα μάτια του, ότι ο θάνατος είναι, τελικά, η μοναδική απόλυτα κοινή μας μοίρα. Κι αυτό τον απελευθερώνει από φόβους και συμβάσεις. Και να πω κάτι που μπορεί να ακουστεί κοινωνικά ή πολιτικά βλάσφημο; Τότε ήταν η κηδεία του Παπανδρέου και του Σεφέρη, χρόνια αργότερα της Μελίνας και μετά του Ανδρέα Παπανδρέου, της Βουγιουκλάκη. Πριν από λίγες ημέρες του Μαζωνάκη. Δεν είναι υπεύθυνοι οι άνθρωποι που τότε, με αφορμή μια κηδεία, ύψωναν το ανάστημα του δημοκρατικού τους φρονήματος και σήμερα χορεύουν ζεϊμπέκικο. Στην εποχή αναζητήστε την ευθύνη.

Ο «παγοπώλης»

Ο Γεώργιος Παπανδρέου, όπως γράφτηκε μετά την πτώση της Χούντας στο περιοδικό «Ταχυδρόμος», περιέγραψε με ένα χαρακτηριστικό τρόπο τον δικτάτορα Παττακό που τον συνάντησε λίγο μετά τη σύλληψή του: «Είχε μία περίεργη, πράγματι, μορφή, η οποία δεν προσιδίαζε εις δικτάτορα. Ητο κάτι μεταξύ παγοπώλου και τριταγωνιστού επιθεωρήσεως. Και δεν διέθετε ο άθλιος, ούτε τη γραφική σοβαρότητα παλαιού επιλοχία εν υπηρεσία! Μετά την αυτοσύστασίν του: “Ταξίαρχος, Παττακός, υπουργός Εσωτερικών της Επαναστατικής Κυβερνήσεως”, με επλησίασε και μου απηύθυνε τον λόγον, αλλ’ απηξίωσα απαντήσεως». Και σε ό,τι αφορά τη διαφορά μετά Παπαδόπουλου και Παττακού: «Toυ Παττακού τού τα γράφουν και τα λέει. Τα καταλαβαίνουμε εμείς αλλά δεν τα καταλαβαίνει ο ίδιος. Ο Παπαδόπουλος τα λέει μόνος του, τα καταλαβαίνει ο ίδιος, αλλά δεν τα καταλαβαίνουμε εμείς».

Keywords
Τυχαία Θέματα