Η «φλόγα» του ηρωισμού

Αυτές οι φλόγες. Αυτές οι γιγάντιες πυρκαγιές που καταλαμβάνουν τις οθόνες μας και επιβάλλουν τα χρώματά τους στις μέρες και τις νύχτες του καλοκαιριού. Αυτές οι εικόνες αποκάλυψης που αντικρίζουμε τα ξημερώματα, όταν ο άνεμος έχει πια αλλάξει κατεύθυνση, η φωτιά έχει απομακρυνθεί και τα δέντρα δεν είναι πλέον παρά μαυρισμένες, καμένες σιλουέτες. Κοιτάζουμε αυτές τις εικόνες σαν να επρόκειτο για εικόνες βομβαρδισμένων πόλεων.

Ακούμε – χωρίς να μπορούμε πραγματικά να συλλάβουμε το μέγεθός του – τον ιλιγγιώδη αριθμό των στρεμμάτων που έγιναν στάχτη στην Οντ, την Προβηγκία ή στο δάσος του Φοντενεμπλό. Για τους κατοίκους των πληγέντων χωριών, για όσους έφυγαν παίρνοντας μαζί τους μια βαλίτσα, ένα άλμπουμ με φωτογραφίες, έναν σκύλο ή, κάποιες φορές, τίποτα απολύτως, αυτό που ανεβαίνει μαζί με τον καπνό δεν είναι πια η μυρωδιά του πεύκου, της βελανιδιάς, της θαμνώδους μεσογειακής βλάστησης ή της καμένης γης· είναι ένα άρωμα βαρύτερο, όπου αναμειγνύονται οι στάχτες, η υγρασία των σβησμένων σπιτιών, οι αναμνήσεις που έγιναν παρανάλωμα, το αίσθημα μιας ζωής που καταστράφηκε – και πλέον η βεβαιότητα ότι ακόμη και τα τοπία είναι θνητά.

Δεν είναι, βέβαια, η πρώτη φορά που οι Γάλλοι έρχονται αντιμέτωποι με πυρκαγιές αυτής της έκτασης. Συνήθως όμως επρόκειτο για έργο πολέμων και ενός εξωτερικού εχθρού. Ή ήταν, όπως οι βροχές από ακρίδες ή φρύνους, αυτό που οι αρχαίοι αποκαλούσαν πληγές, τις οποίες απέδιδαν στους θεούς ή στη μοίρα.

Σήμερα δεν υπάρχει ούτε θεός στον οποίο να απευθύνουμε έκκληση ούτε στρατός να αποκρούσουμε· υπάρχουμε εμείς. Η έλλειψη πρόνοιάς μας· η βούλησή μας για κυριαρχία πάνω στη φύση. Η προμηθεϊκή μας παραφροσύνη, που έχει πλέον καταστεί ικανή να απορρυθμίζει ακόμη και τους μηχανισμούς της φύσης και να επιταχύνει μια κλιματική αλλαγή, τις επιπτώσεις της οποίας μόλις αρχίζουμε να μετράμε.

Οι οικολόγοι είχαν δίκιο. Και οι οπαδοί της σκέψης του Χάιντεγκερ επίσης. Για πρώτη φορά το ανθρώπινο είδος ανακαλύπτει ότι είναι ο δημιουργός μιας καταστροφής που παίρνει τη μορφή μιας αναπόφευκτης μοίρας. Και αυτή η ανακάλυψη είναι ιλιγγιώδης: προσθέτει οργή στη θλίψη.

Απέναντι σε όλα αυτά, ωστόσο, υπάρχει το θάρρος. Δεν μου αρέσει να μιλάμε για πόλεμο με αφορμή τα πάντα. Καταλαβαίνω όμως γιατί λέμε ότι οι πυροσβέστες είναι στρατιώτες· γιατί χρειάζεται στρατιωτική πειθαρχία για να κρατήσει κανείς μια γραμμή πυρός. Χρειάζεται στρατιωτικές τεχνικές για να μετατρέψει ένα χωριό σε φρούριο, να προστατεύσει ένα σπίτι αντί για ένα άλλο ή να καθαρίσει έναν δρόμο, ώστε η φωτιά να μη βρει τίποτε άλλο να καταβροχθίσει και να μην καταφέρει να τον διασχίσει.

Και έπειτα υπάρχουν οι εθελοντές. Εκείνοι που φτάνουν με τις μπότες τους, τα φτυάρια τους, μερικούς σωλήνες, δεξαμενές νερού – κάποιες φορές ακόμη και με κουβάδες – απέναντι στην απεραντοσύνη των πύρινων μετώπων. Ακούω κάποιους μικρόψυχους να εξηγούν ότι εμποδίζουν τους επαγγελματίες, ότι αναλαμβάνουν αλόγιστους κινδύνους και ότι, αν τους περνούσε από το μυαλό η ατυχής ιδέα να πεθάνουν, καμένοι ζωντανοί μέσα στο μπλουζάκι τους, θα δυσκόλευαν το έργο των διασωστών και θα πρόσθεταν χάος στην καταστροφή.

Δεν το πιστεύω αυτό. Πιστεύω ότι ένας λαός αρχίζει να πεθαίνει όταν παύει να αισθάνεται υπεύθυνος για τους άλλους λαούς και για τον ίδιο του τον εαυτό. Αυτές οι γυναίκες και αυτοί οι άνδρες υπενθυμίζουν μια αλήθεια που ίσως είχαμε ξεχάσει: μια χώρα δεν είναι μόνο οι νομάρχες, οι οργανωμένες διοικήσεις, ένα κράτος που λειτουργεί ή που αποτυγχάνει· είναι αυτό που κάνει άγνωστους ανθρώπους να αποφασίζουν, ένα πρωί, να διακινδυνεύσουν τη ζωή τους για να σώσουν το σπίτι, το χωριό ή το δάσος άλλων αγνώστων. Την ίδια στιγμή που πολεμούν τη φωτιά, αυτοί οι εθελοντές συντηρούν την πιο πολύτιμη από όλες τις φλόγες: τον ηρωισμό του ενεργού πολίτη.

*Το άρθρο του γάλλου φιλοσόφου Μπερνάρ – Ανρί Λεβί πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Le Point»

Keywords