Οταν ο Θεοδωράκης είχε τον ρόλο Μητσιά

Η σχέση του Μίκη Θεοδωράκη με τον Μάνο Χατζιδάκι χρονολογείται από την ΕΠΟΝ. Αν και εν πολλοίς γνωστή, παραμένει και άγνωστη: πολλά ουδέποτε έφτασαν στη δημοσιότητα.

Δεν μπορώ να αναφερθώ στο τι πυροδότησε όσα για πρώτη φορά θα αφηγηθώ εδώ: ο Μίκης Θεοδωράκης μου ζήτησε να μην το κάνω. Και δεν πρόκειται. Μπορώ όμως να μιλήσω για τη συνέχειά του, που δεν προϋποθέτει γνώση του ίδιου του γεγονότος ενώ, η

ίδια, λέει πάρα πολλά.

Δεν ήταν θυμωμένος. Ηταν στενοχωρημένος. Με τρόπο βαθύ, προσωπικό, όταν τον συνάντησα ένα απόγευμα στο σπίτι του πριν από χρόνια λίγο μετά την έκδοση του πρώτου τόμου του «Αξιος Εστί». Με είχε ζητήσει αναπάντεχα. Ηθελε να πάω. Τα παράτησα όλα και πήγα.

Ενιωσα φρικτά όταν τον είδα τόσο κλεισμένο στις σκέψεις του, πραγματικά θλιμμένο – με ενοχλούσε αφάνταστα. Είχε συμβεί κάτι που τον είχε λυπήσει πολύ, σχετικό με τον Χατζιδάκι. Μου είπε ότι – δεν ξέρω αν έγινε τελικά έτσι – με φώναξε για να το πει σε εμένα και να μη συζητηθεί ξανά. Δεν θα το κρύψω: γνωρίζοντας το μακρύ ιστορικό και έχοντας απόψεις που ουδέποτε έκρυψα, στο άκουσμα και μόνον της αιτίας, φούντωσα. Οταν έφτασε στο θέμα, δαγκωνόμουν για να μην εκραγώ.

Στη συζήτηση ενυπήρχε και ένα ζήτημα μουσικής, το οποίο κάπως οδήγησε και σε κάποιο έργο του Χατζιδάκι, όχι τραγούδι, για το οποίο πάντοτε πίστευα ότι ήταν μακράν υπερτιμημένο. Και με τρόπο μάλλον χειμαρρώδη, από τον θυμό μου, αντίστοιχα εξήγησα περί αυτού.

Ομως δεν τα είπα όλα. Γιατί; Μα δεν… πρόλαβα. Πριν περάσουν, πόσο, δύο λεπτά, εκείνο το άδικα πληγωμένο θηρίο που μαύριζε η ψυχή σου να το βλέπεις έτσι, δεν ήταν πια πληγωμένο: ήταν, ξαφνικά, ξανά, μόνο… θηρίο!

Στις τόσες δεκαετίες, στις ατελείωτες συζητήσεις που πάρα πολλά από αυτές θα έχουν μοναδικό προορισμό έναν ακόμα τάφο, πολλές φορές του είπα πολλά που δεν του άρεσαν – καθόλου. Ε, αρχικά… γρύλιζε. Ομως, μετά, πάντοτε, σαν να μιλούσε ως… ίσο προς ίσο ήδη από τότε που ήμουν δίπλα του 15-16 χρονών, δεν υπήρξε ούτε μία φορά που να απαντήσει αφ’ υψηλού, ή με περιφρόνηση, ή… καθόλου. Πάντοτε με διάλογο, πάντοτε με σεβασμό – και αυτό δείχνει μία άγνωστη, σημαντική πλευρά του πόσο μεγάλος ήταν. Μονάχα εκείνη την ημέρα – και γι’ αυτό έμεινα άναυδος:

«Ποιος νομίζεις ότι είσαι εσύ που θα μιλήσεις έτσι για τον Χατζιδάκι; Τι νομίζεις ότι είσαι; Τον Μάνο, μην τον πιάνεις στο στόμα σου. Ακούς;!»: αυτά ήταν τα λόγια του – και ο τόνος του τέτοιος, που δεν είχα ξανακούσει. Αυτά, για έναν άνθρωπο που μέχρι πριν από τρία λεπτά, κάτι σχετικό με εκείνον, του είχε μαυρίσει την καρδιά.

Δεν μίλησα. Δεν κουνήθηκα. Θύμωσα, πικράθηκα, αλλά περίμενα. Σε λίγο ηρέμησε. Μου ζήτησε να πάω κοντά, με αγκάλιασε, μου ζήτησε συγγνώμη. «Γιατί;», του είπα. «Επειδή μόλις με κάνατε να σας σεβαστώ ακόμα πιο βαθιά; Λες και γίνεται εύκολα;». Βάλαμε τα γέλια: τελικά και η δουλειά είχε γίνει.

Ο Μίκης Θεοδωράκης λάτρευε τον Μάνο Χατζιδάκι. Και θαύμαζε την τέχνη του. Εξίσου τον Νίκο Γκάτσο. Εξίσου τον Μανώλη Μητσιά. Ο Μίκης Θεοδωράκης, που έτσι κι αλλιώς απεχθανόταν τέτοιες απαγορεύσεις, πολλώ μάλλον εδώ που έχει υπάρξει στον ρόλο Μητσιά για τον Χατζιδάκι και τον Γκάτσο: έχει τραγουδήσει σε έργο τους και μάλιστα την ίδια χρονιά με την «Αθανασία»: στα εξίσου συγκλονιστικά «Παράλογα», όπου εκτοξεύει την ιδιοφυή, οραματική, μεγαλειώδη «Ελλαδογραφία» τους στη στρατόσφαιρα. Αραγε, ο κληρονόμος του Χατζιδάκι, θα απαγόρευε ποτέ να την τραγουδήσει, με ατζέντες, ή χωρίς;

Ο κληρονόμος είναι τυχερός: πρωτίστως, κατέστη κληρονόμος. Επιπλέον, φυσικά, επειδή δεν ζει ο Χατζιδάκις. Τολμώ όμως να πω, μακράν πιο τυχερός, επειδή δεν ζει ο Θεοδωράκης: πάρα πολύ τυχερός. Ούτε φαντάζεται πόσο…

Keywords
Τυχαία Θέματα