Η «Αθανασία» δεν θα πεθάνει

Aυτό το κείμενο δεν έπρεπε να υπάρχει. O συντάκτης του βρίσκεται σε άδεια, μα μακράν περισσότερο, θα έπρεπε να αφορά κάποιον εφιάλτη – όχι την πραγματικότητα. Δεν υπάρχει δικαιολογία για το γεγονός ότι ο κληρονόμος των πνευματικών δικαιωμάτων του Μάνου Χατζιδάκι απαγόρευσε στον μεγάλο Μανώλη Μητσιά να τραγουδήσει την «Αθανασία». Οποιος αντιλαμβάνεται τι σημαίνει αυτό, το ξέρει πια: δεν υπάρχει μετά θάνατον ζωή. Αν υπήρχε, ο Χατζιδάκις θα είχε σηκωθεί οργισμένος από τον τάφο.

Η «Αθανασία» δεν μετράται απλώς στα

κορυφαία έργα των δημιουργών του, του Χατζιδάκι και του Γκάτσου· είναι σφραγίδα στο σώμα του ελληνικού μεταπολεμικού πολιτισμού. Και δίπλα σε εκείνους γράφει ανεξίτηλα: Μητσιάς. Το δικό του ήθος, το ολοκάθαρο βάθος, η ανθρωπιά, η ευγένεια, δεμένα όλα στις σπάνιες αρετές της φωνής του, με συνείδηση τι υπηρετεί, τον ανήγαγαν στον απόλυτο ερμηνευτή: στη φωνή της «Αθανασίας» που είναι αδύνατον να τη φανταστείς χωρίς αυτήν. Που σήμερα φιμώνεται στο όνομα του Χατζιδάκι!

Απόφαση που ουσιαστικά επιχείρησε το αδιανόητο: να σκοτώσει την «Αθανασία». Ομως, ο Μητσιάς, όπως και η Δημητρούκα, εκ μέρους του εξίσου μεγάλου Γκάτσου, με τη στάση τους όχι απλώς το υπερνίκησαν, μα την περιέβαλαν με μια ηθική στάση που έγραψε ιστορία. Σήκωσαν όρθιο το σώμα της «Αθανασίας», του εμφύσησαν ζωή και πολλαπλασίασαν τη δύναμή της. Ρίγος σε διαπέρνα μόνο που διαβάζεις το συγκλονιστικό πώς – πόσο τυχεροί υπήρξαν όσοι έζησαν τέτοια στιγμή υπεράσπισης της τέχνης και της ελευθερίας! Και πόσο ορθά θα έπραττε ο άνθρωπος που απαγόρευσε, ουσιαστικά περιφρονώντας τον ίδιο τον Χατζιδάκι, να διδαχθεί από αυτούς. Να παραδεχθεί το λάθος του. Ολοι κάνουμε λάθη. Οσοι τα παραδέχονται, εκείνοι αξίζουν.

Αρκετοί αναγνώστες αυτού του κειμένου γνωρίζουν ότι είναι γραμμένο από τον βιογράφο του Μίκη Θεοδωράκη και του «Αξιος Εστί». Οφείλεται λοιπόν να ξεκαθαριστεί κάτι – ενισχύει και τη σημασία των παραπάνω: για τον γράφοντα, ο Θεοδωράκης δεν τίθεται σε σύγκριση· υπήρξε και παραμένει φαινόμενο μοναδικό, απρόσιτο υπό κάθε κλίμακα. Δεν μιλάμε γι’ αυτό.

Oταν όμως, με αυτό ειδικά το δεδομένο, κάποιος αναγκάζεται να παρέμβει για έργο άλλου συνθέτη, κάτι σημαίνει. Και εν προκειμένω, σημαίνει ότι η «Αθανασία», που είναι νοητή μόνον με τη φωνή του Μητσιά και με κανέναν άλλο τρόπο εδώ και δεκαετίες, είναι τέτοιας τάξεως έργο που δεν σου επιτρέπει την ανηθικότητα να μείνεις αμέτοχος. Ως υστερόγραφο, λοιπόν, νιώθω την υποχρέωση μιας πολύ προσωπικής αναφοράς, που δεν θα έκανα ποτέ, εάν δεν πίστευα με όλο μου το είναι στο πόσο σημαντική είναι η «Αθανασία», στο πόσο τραγικά επικίνδυνο σφάλμα υπήρξε αυτή η απαγόρευση.

Γνώρισα την «Αθανασία» στις αρχές του 1979, τρία χρόνια μετά την έκδοσή της. Ημουν κοντά 12 ετών. Μου τη δώρισε η αγαπημένη μου θεία Αννα, με σπάνιο πνευματικό και ηθικό πλούτο. Ηταν δύο μήνες αφού είχα χάσει τον πατέρα μου. Και μαζί τον κόσμο. Τον μεγάλο αδελφό της που λάτρευε. Μπήκε μία μέρα στο σπίτι. Χωρίς να πει τίποτα, μου έδωσε τον δίσκο. Δεν είχα ιδέα ποιος ήταν ο Χατζιδάκις, ο Γκάτσος, ο Μητσιάς, ούτε καν τι σήμαινε «Αθανασία». Εκείνη όμως…

Τον έβαλα αμέσως στο πικάπ, σε μια εποχή από τις πιο σκοτεινές που μπορεί να βιώσει ένα παιδί. Από τα πρώτα μέτρα, μέχρι τα τελευταία χαράγματα του δίσκου, είχα παγώσει από τον «καινούργιο κόσμο» που «χτιζόταν» ξαφνικά μπροστά μου σκορπίζοντας φως στο πιο βαθύ έρεβος.

Από αυτόν κρατήθηκα. Η «Αθανασία» με κράτησε όρθιο όσο τίποτα στα πιο δύσκολα χρόνια. Ακόμα σήμερα, κοντεύοντας εξήντα, όταν την ακούω όχι απλώς δακρύζω πάντοτε, αλλά μένω άναυδος από τη μεγάλη τέχνη στην ολιστικότητά της. Με τη φωνή του Μανώλη χρυσό αγωγό αυτού του αριστουργήματος χαραγμένη τόσο βαθιά μέσα μου, ώστε θα φύγει μόνο με την τελευταία μου ανάσα.

Keywords
Τυχαία Θέματα