Η ακριβή δημοκρατία

Οι άλλοι μεγάλοι χαμένοι των εκλογών στις ΗΠΑ είναι οι μεγαχορηγοί των υποψηφίων, άτομα σαν τον Ίλον Μασκ ή οργανώσεις σαν την «Αμερικανοϊσραηλινή Επιτροπή Δημοσίων Υποθέσεων» (AIPAC), που κατά την προεκλογική περίοδο έριξαν απίστευτα ποσά για τον επηρεασμό των ψηφοφόρων.

Ο Ίλον Μασκ ξόδεψε περίπου 475 εκατ. δολάρια για να εκλεγούν κάποιοι Ρεπουμπλικανοί υποψήφιοι· πρωτίστως στο Τέξας, όπου έριξε μέσω οργανώσεων περίπου 224 εκατομμύρια. Το φιλοϊσραηλινό λόμπι πλήρωσε περίπου 120 εκατ. δολάρια πρωτίστως για να μην εκλεγούν κάποιοι επικριτές του Ισραήλ, όπως ο Αμπντούλ Ελ Σαγιέντ στο Μίσιγκαν· έδωσε 30,6 εκατ. στις προκριματικές του Δημοκρατικού Κόμματος για να στηρίξει την αντίπαλό του Χέιλι Στίβενς.

Ο βαρύς ελέφαντας στο μέσον κάθε δημοκρατίας είναι το πολιτικό χρήμα. Στις ΗΠΑ έζησαν φέτος την ακριβότερη προεκλογική εκστρατεία όλων των εποχών: μόνο οι πολιτικές διαφημίσεις εκτιμάται ότι κόστισαν 11,6 δισ. δολάρια. Εχει εισχωρήσει τόσο πολύ στην αμερικανική πολιτική ζωή που οι αναλυτές δεν υπολογίζουν τις πιθανότητες εκλογής των υποψηφίων με βάση την πολιτική ατζέντα, τις σπουδές τους – ούτε καν την… ομορφιά τους – αλλά αναλόγως με τα λεφτά που έχουν για την καμπάνια.

Το χειρότερο δε είναι ότι, ενώ όλοι λένε πως το πολιτικό χρήμα αλλοιώνει τη δημοκρατία, μόνο οι «ακραίοι» φωνάζουν για άμεση αλλαγή του νόμου για τις προεκλογικές δωρεές. «Εχω μια ριζοσπαστική ιδέα», είπε ο Μπέρνι Σάντερς.

«Τι λέτε για μια χώρα όπου κυβερνά ο λαός, ένας άνθρωπος, μία ψήφος, και οι δισεκατομμυριούχοι δεν αγοράζουν τις εκλογές;». Λίγο νωρίτερα είχε πει: «Δημοκρατία δεν είναι όταν 50 πολυδισεκατομμυριούχοι ξοδεύουν σε αυτή την προεκλογική περίοδο ενάμιση δισεκατομμύριο δολάρια για να αγοράσουν τις εκλογές. Είναι ολιγαρχία» (29.8.2026). «Από το 2024 έως το 2026, ο Μασκ ξόδεψε πάνω από 650 εκατ. δολάρια για να αγοράσει εκλογές. Ο κλάδος των κρυπτονομισμάτων πάνω από 500 εκατ. Η AIPAC 230 εκατ. Ο κλάδος της τεχνητής νοημοσύνης πάνω από 200 εκατ.» (X, 13.10.2026).

Το πρόβλημα με το πολιτικό χρήμα δεν είναι θεωρητικό. Αλλοιώνεται η διαδικασία λήψης αποφάσεων σε όφελος ισχυρών και σε βάρος των πολλών και αδύναμων. Ο καθηγητής στο Χάρβαρντ Λόρενς Λέσινγκ είχε παρατηρήσει τις υψηλές τιμές της ζάχαρης στην αμερικανική αγορά, λόγω δασμών για να προστατευθεί η εγχώρια παραγωγή. Αυτό αποφέρει στους παραγωγούς περίπου 1 δισ. δολάρια επιπλέον κέρδη τον χρόνο.

Τα περισσότερα χρήματα για λόμπινγκ στο Κογκρέσο, ώστε να παραμείνουν αυτοί οι δασμοί, δεν τα δίνουν οι βιομηχανίες ζάχαρης, αλλά οι ανταγωνιστές τους, οι παραγωγοί γλυκαντικών προϊόντων, διότι με την ακριβή ζάχαρη αυξάνουν το μερίδιό τους στην αγορά. Το αποτέλεσμα; «Το 1980, κανένας άνθρωπος δεν είχε δοκιμάσει σιρόπι καλαμποκιού υψηλής περιεκτικότητας σε φρουκτόζη. […] Το 2006 κάλυπτε πάνω από το 41% της κατανάλωσης γλυκών…» κάτι που συμβάλει στην παχυσαρκία του πληθυσμού και ως εκ τούτου σε «παθήσεις που κοστίζουν στο αμερικανικό ιατρικό σύστημα 147 δισ. δολάρια, κόστος μεγαλύτερο από το τσιγάρο ή το αλκοόλ».

«Ενας καλός υποψήφιος…»

Πριν από τριάντα χρόνια το στέλεχος των Δημοκρατικών Τζέιμς Λαρόκα είχε θέσει υποψηφιότητα για να πάρει το χρίσμα των Δημοκρατικών για να γίνει κυβερνήτης της Νέας Υόρκης: «Ταξίδεψα σε κάθε πόλη και χωριό της πολιτείας. Μάζεψα υπογραφές που υποστήριζαν την υποψηφιότητά μου. Πήγα καλά στις τηλεμαχίες. Εφημερίδες, όπως οι “New York Times”, έγραψαν ότι θα ήμουν καλός υποψήφιος. Το βιογραφικό μου είναι θαυμάσιο: βετεράνος του Βιετνάμ και κεντρώος (…) Μάζεψα όμως τα λιγότερα λεφτά απ’ όλους τους υποψηφίους. Δεν μπόρεσα να αγοράσω διαφημιστικό χρόνο στην τηλεόραση. Εχασα…  Τώρα άνοιξε μία θέση στη Γερουσία για το 2000. Φίλοι και οι υποστηρικτές μου με παροτρύνουν να θέσω υποψηφιότητα. Δυστυχώς δεν μπορώ. Δεν έχω τα χρήματα (…) “Συνεισφορές”, απαντάνε οι υποστηρικτές (…) 24.000.000 δολάρια σημαίνει ότι πρέπει να βρω 24.000 φίλους που θα μου δώσουν από 1.000 δολάρια, ή 48.000 που θα μου δώσουν από πεντακόσια, ή 96.000 άτομα που θα συνεισφέρουν από 250 δολάρια. Αδύνατον…» Στην πραγματικότητα χωρίς προσωπική περιουσία ή χωρίς δημόσιο αξίωμα που θα χρησιμοποιηθεί ως μοχλός για τη συγκέντρωση εισφορών, βρίσκομαι στο ίδιο επίπεδο που ήμουν πριν από δύο χρόνια: ένας καλός υποψήφιος, που δυστυχώς δεν έχει τα λεφτά για να εκλεγεί».

Το μόνο που του έμεινε ήταν ένα άρθρο στους «New York Times» (απ’ όπου και τα αποσπάσματα) συν η απορία: «Γιατί χρειάζονται 24 εκατ. δολάρια για μία θέση που πληρώνει μόλις 136.700 δολάρια τον χρόνο;».

Το πολιτικό χρήμα δεν αλλοιώνει μόνο τις πολιτικές αποφάσεις, αλλοιώνει και την ποιότητα του πολιτικού προσωπικού.

Βιβλιογραφία

Lawrence Lessig, «Republic, Lost: The Corruption of Equality and the Steps to End It» (Η χαμένη δημοκρατία: η διαφθορά της ισότητας και τα βήματα για να τερματιστεί)

εκδ. Twelve 2015 Η πρώτη έκδοση διατίθεται δωρεάν στο: https://onemorelibrary.com/index.php/en/books/social-sciences/book/law-199/republic-lost-1966

Keywords