Γαλλική θλίψη

Ισως, δυστυχώς, να υπάρξει ένα πριν και ένα μετά τη 17η Οκτωβρίου, στην ιστορία της σύγχρονης Γαλλίας.

Σκέφτομαι τους καταστηματάρχες που έπεσαν θύματα λεηλασιών εκείνη την τρομερή νύχτα του Σαββάτου και, σε μικρότερο βαθμό, της Κυριακής, και που αντίκρισαν το ξημέρωμα τις βιτρίνες τους σπασμένες, τα ράφια τους ρημαγμένα και τη ζωή τους, χτισμένη με δουλειά, θυσίες και ελπίδες, κατεστραμμένη από βαρβάρους.

Σκέφτομαι τους πυροσβέστες που απειλήθηκαν, πετροβολήθηκαν, ταπεινώθηκαν, ενίοτε τραυματίστηκαν και τους

οποίους στη Λυών, στο Ζουέ-λε-Τουρ, στην Τουλούζη επιχείρησαν να εμποδίσουν, μέσα σε κραυγές και αποδοκιμασίες, να φτάσουν στα σημεία των καταστροφών.

Σκέφτομαι τους κατοίκους της Λιμόζ που είδαν να καταρρέει μπροστά στα μάτια τους, παραδομένο στις φλόγες, το δημαρχείο τους, η δική τους Νοτρ Νταμ, ένας τόπος μνήμης και ζωής, όπου γενιές ανθρώπων παντρεύτηκαν, ψήφισαν, γιόρτασαν τα παιδιά τους και τίμησαν τους μεγαλύτερους.

Σκέφτομαι τους αστυνομικούς που επί εβδομάδες δέχονταν προσβολές, που τους παρουσίαζαν ως εχθρούς του ανθρώπινου γένους και ως δολοφόνους, αλλά εκείνη την ημέρα και τη νύχτα που ακολούθησε έμειναν στις θέσεις τους, εκτεθειμένοι στην οργή ενός παραληρηματικού πλήθους, ατάραχοι κάτω από τις πέτρες που έπεφταν βροχή. Πολλοί τραυματίστηκαν. Αυτοί οι φύλακες της δημόσιας τάξης αξίζουν τον φόρο τιμής μιας πατρίδας ευγνωμονούσας.

Σκέφτομαι τα νοικοκυριά που δεν μπορούν να τα βγάλουν πέρα στο τέλος του μήνα, να πληρώσουν τα σχολικά είδη των παιδιών τους ή να γεμίσουν το ρεζερβουάρ του αυτοκινήτου χωρίς να στερηθούν κάτι άλλο.

Τα δίκαια αιτήματά τους πνίγηκαν από τις κραυγές του Μελανσόν και των συντρόφων του, οι οποίοι, όταν αντιλήφθηκαν ότι η κατάσταση έπαιρνε άσχημη τροπή, άρχισαν να θορυβούν προς την αντίθετη κατεύθυνση: σαν επίδοξοι Τσαβιστές, έσπευσαν στα τηλεοπτικά στούντιο και, με μια θεαματική αναδίπλωση, κάλεσαν «τον κόσμο» να επιδείξει «πειθαρχία» και «ψυχραιμία», λες και οι διαδηλωτές και οι ταραξίες ήταν στρατιωτικό άγημα που έπρεπε να μπει σε τάξη.

Σκέφτομαι τους μαθητές των λυκείων που εξαπατήθηκαν, εκείνους για τους οποίους έλεγαν ότι θα βρίσκονταν στην καρδιά του κινήματος, των οποίων την εύλογη και ευγενή οργή ισχυρίζονταν ότι εκπροσωπούσαν και στους οποίους υπόσχονταν πιο συνεπείς καθηγητές και μικρότερα τμήματα. Τώρα αρχίζουν να συνειδητοποιούν ότι, στην καλύτερη περίπτωση, ήταν κομπάρσοι σε μια πολιτική φαρσοκωμωδία με πρωταγωνιστή έναν «ανυπότακτο» της πλάκας, που έχει πουληθεί σε κάθε δικτάτορα, και, στη χειρότερη, αναλώσιμο υλικό στην εκλογική μάχη.

Σκέφτομαι τη μεγάλη παράδοση των παρισινών εξεγέρσεων, την οποία ίσως εξιδανικεύω κάπως – αλλά όχι, δεν ονειροβατώ. Εχω διαβάσει τους Αθλίους, την Αισθηματική Αγωγή και τον Ξεσηκωμένο του Ζιλ Βαλέ. Τον Γαβριά, τον Σενακάλ και τον Ντελεκλίζ τους ενέπνεε ένα ιδανικό, μια αόριστη ιδέα δικαιοσύνης, μια υπόσχεση χειραφέτησης. Ακόμη και τον Μάη του ’68, όσοι πετούσαν πέτρες ήταν άνθρωποι εξαιρετικά μορφωμένοι που τους συνέπαιρνε μια ισχυρή ορμή προς το μέλλον. Πόσο κρίμα που όλα αυτά έχουν σβήσει! Αυτή η οργή χωρίς πια λέξεις, χωρίς αιτία, χωρίς αύριο! Αυτή η μηδενιστική εξέγερση, που τρέφεται από την πικρία και το μίσος και δεν ελπίζει ούτε επιδιώκει τίποτε!

Τα σκέφτομαι όλα αυτά. Θλίβομαι. Φοβάμαι όσα προμηνύονται. Και μου έρχεται στον νου η φράση του Τοκβίλ, στις 27 Ιανουαρίου 1848, λίγο πριν από την επανάσταση του Φεβρουαρίου, που ανέτρεψε τη μοναρχία, και την αιματηρή καταστολή των εργατικών εξεγέρσεων που ακολούθησαν: «Πιστεύω ότι αυτή τη στιγμή κοιμόμαστε πάνω σε ένα ηφαίστειο».

Το άρθρο του γάλλου φιλοσόφου Μπερνάρ-Ανρί Λεβί πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Le Point»

Keywords
Τυχαία Θέματα