Η Βεγγάζη και η Χάγη

Στις 31 Μαΐου 1975, εννιά μήνες από την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και δέκα περίπου μήνες από τότε που ένα τουρκικό υδρογραφικό, συνοδεία στόλου, είχε βγει στο Αιγαίο για έρευνες, στην πρώτη έμπρακτη αμφισβήτηση των ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας, Καραμανλής και Ντεμιρέλ συναντήθηκαν στις Βρυξέλλες, στο περιθώριο

μιας συνόδου του ΝΑΤΟ.

«Οι δύο πρωθυπουργοί – έλεγε το κοινό ανακοινωθέν στο τέλος της συνάντησης – «απεφάσισαν ότι τα προβλήματα τούτα πρέπει να επιλυθούν ειρηνικώς μέσω διαπραγματεύσεων και όσον αφορά το θέμα της υφαλοκρηπίδος του Αιγαίου μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης».

Η ιδέα και η πρωτοβουλία ήταν του Καραμανλή. Και το επιχείρημά του, όπως ο ίδιος το άφησε καταγεγραμμένο στο αρχείο του, ήταν διπλό. Οτι, πρώτον, θα ήταν επικίνδυνο να μπουν οι δύο χώρες σε διαπραγματεύσεις για την επίλυση μιας διαφοράς χωρίς να έχουν συμφωνήσει τι θα γίνει αν η διαπραγμάτευση αποτύχει. Και ότι, δεύτερο και σημαντικότερο, προσφεύγοντας στην κρίση ενός έγκυρου τρίτου, οι δύο πρωθυπουργοί αποφεύγουν την εσωτερική κατακραυγή που θα προέκυπτε αναπόφευκτα από οποιαδήποτε συμφωνία οριοθέτησης, όσο συμφέρουσα κι αν είναι αυτή.

Το επιχείρημα αυτό, της παράκαμψης του πολιτικού κόστους, είχε πείσει τον Ντεμιρέλ. Αλλά ο Ντεμιρέλ δεν είχε πείσει τους στρατηγούς και το κεμαλικό βαθύ κράτος στην Άγκυρα. Η Τουρκία κωλυσιεργούσε κι εν τέλει υπαναχώρησε. Ο Καραμανλής προσπάθησε να επαναφέρει την συμφωνία άλλες δύο φορές, με τον Ετσεβίτ και τον ίδιο τον Ντεμιρέλ – χωρίς επιτυχία.

Μα η ιδέα της προσφυγής στη Χάγη έμεινε παραδόξως ζωντανή. Αναβίωσε τα τέλη της δεκαετίας του ’90, όταν η Ελλάδα κατάφερε να θέσει την επίλυση των διαφορών της με την Τουρκία μέσω Χάγης ως προϋπόθεση για την πρόοδο των ευρωπαϊκών φιλοδοξιών (υπαρκτών τότε) της Τουρκίας. Ενταφιάστηκε, όμως, μετά πολλών επαίνων, με σιωπηλή συναίνεση και των δύο πλευρών.

Επανεμφανίστηκε κάποια στιγμή, το καλοκαίρι του 2023. Μετά μια περίοδο μεγάλων εντάσεων (τουρκολιβυκό μνημόνιο, Εβρος, ένταση στη θάλασσα) το καλοκαίρι του 2023, Μητσοτάκης και Ερντογάν, με φρέσκια και οι δύο την εκλογική τους αναβάπτιση, συναντήθηκαν στο Βίλνιους της Λιθουανίας, με την ευκαιρία και πάλι μιας συνόδου του ΝΑΤΟ, και συμφώνησαν να γυρίσουν σελίδα. «Δεν θα γυρίσουμε την πλάτη στην Ιστορία, αν έχουμε την ευκαιρία να τη διαμορφώσουμε», είχε πει τότε ο Πρωθυπουργός. Και όταν είχε ερωτηθεί αν είναι έτοιμος για μια διαπραγμάτευση ουσίας με προοπτική την προσφυγή στη Χάγη, είχε απαντήσει καταφατικά: «Ο μεγάλος στόχος είναι να λύσουμε τον πυρήνα της διαφοράς».

Υπήρχε πράγματι μια τέτοια ευκαιρία στους μήνες των «ήρεμων νερών»; Δεν θα το μάθουμε ποτέ. Τώρα πια, όμως, η εποχή έχει και πάλι αλλάξει. Οχι μόνον επειδή τα νερά έχουν πάψει να είναι «ήρεμα» και οι διμερείς σχέσεις έχουν επιστρέψει μήνες τώρα σε μια κατάσταση (ελεγχόμενης, προς το παρόν) έντασης· μα προπάντων, επειδή, όπως οι εξελίξεις των τελευταίων ημερών μετά την επικύρωση του τουρκολιβυκού μνημονίου επιβεβαιώνουν, οι αλλαγές που συντελούνται είναι πολύ ευρύτερες.

Η θεμελιώδης αλλαγή, που έχει συντελεστεί εδώ και χρόνια, είναι πως το επίκεντρο του ενδιαφέροντος, της αντιπαράθεσης και των κρίσεων έχει μεταφερθεί από το Αιγαίο στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σε αυτό που προσδιορίζεται ακόμη ως διμερής, ελληνοτουρκική διαφορά, προστίθεται μια εν δυνάμει πολυμερής διάσταση. Η Τουρκία προσάρμοσε πρώτη τη στρατηγική της σε αυτό. Το τουρκολιβυκό μνημόνιο, που κατέλαβε εξαπίνης την ελληνική διπλωματία στα τέλη του 2019, η επικύρωσή του τώρα από τους φυλάρχους της Βεγγάζης, που η Ελλάδα επιχειρούσε να προσεταιριστεί και η πρόταση Ερντογάν για μια πολυμερή διάσκεψη για τις θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ενδείξεις μιας τουρκικής προσπάθειας να εξισορροπήσει τη νομική και πολιτική αδυναμία της θέσης της με κινήσεις που αξιοποιούν άλλου τύπου συσχετισμούς και επιρροές στην περιοχή· να εξουδετερώσει την ευρωπαϊκή επιρροή· και να εξασφαλίσει μια αμερικανική στάση που, αν μοιάζει ακόμη να ισορροπεί σε ίσες αποστάσεις, η «ουδετερότητά» της να είναι περισσότερο ευνοϊκή για την τουρκική στρατηγική.

Σε αυτό το μεταβατικό και αβέβαιο περιβάλλον, η Ελλάδα χρειάζεται μια νέα εθνική στρατηγική, που να ανανεώνει τη στρατηγική γραμμή της Χάγης, την οποία διαμόρφωσε ο Καραμανλής το 1975 και αναδιατυπώθηκε ως «στρατηγική του Ελσίνκι» το 2000. Εχει ειπωθεί πολλές φορές και από πολλούς αυτή η ανάγκη τον τελευταίο καιρό. Μόνο που τίποτε δεν μας επιτρέπει να αισιοδοξούμε ότι στην τρέχουσα, μίζερη πολιτική συγκυρία κάτι τέτοιο είναι εφικτό· κυρίως επειδή είναι αδύνατον να συνεννοηθούν στοιχειωδώς οι δυνάμεις που θα μπορούσαν να διαμορφώσουν τους όρους μιας νέας συναίνεσης.

Keywords
Τυχαία Θέματα