Ελληνικές «κορυφές»

Χρειάστηκε να διαβάσω δύο φορές το χθεσινό ρεπορτάζ του Κώστα Ντελέζου στα «ΝΕΑ», για να το εμπεδώσω. Στην ενημερωτική επίσκεψη στην Επιτροπή Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων, ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Κυριάκος Πιερρακάκης έδωσε τους αριθμούς του παράνομου τζόγου στην Ελλάδα για το 2025. Μέσα σε ένα χρόνο, 900.000 άτομα τζόγαραν 1,8 δισ. ευρώ. (Και δεν μιλάμε για τις νόμιμες και κατοχυρωμένες πλατφόρμες όπου κι εγώ «κατέθεσα» το περασμένο καλοκαίρι

ποντάροντας σε αγώνες του Μουντιάλ καμιά σαρανταριά ευρουλάκια). Σύμφωνα, δε, με τις εκτιμήσεις της ΕΕΕΠ, ο συνολικός τζίρος των παιγνίων που σήμερα είναι 3,2 δισ., θα εκτοξευθεί, έως το 2040, στα 5,2 δισ.

Να δούμε τη γενική εικόνα; Να συνειδητοποιήσουμε δηλαδή ότι ένας στους δέκα, περίπου, κατοίκους αυτής της χώρας τζογάρει, και μάλιστα παράνομα; Κουμάρι το έλεγαν κάποτε. Μόνο που σε αυτό το κάποτε, οι κουμαρτζήδες είχαν κάποια αναγνωριστικά χαρακτηριστικά. Ανθρωποι, αν όχι του υποκόσμου, σίγουρα ανήκαν ή μπαινόβγαιναν στο περιθώριο. Τα παιχνίδια στήνονταν στις πίσω κάμαρες καταστημάτων που υποτίθεται ότι λειτουργούσαν νόμιμα, ακόμη και σε άδεια εργοστάσια ή αποθήκες. Και δεν ήταν λίγες οι φορές που πάνω στις φιλονικίες του παιχνιδιού έβγαιναν και μαχαίρια.

Ολα αυτά, όμως, ανάγονται στην ηθογραφία άλλων δεκαετιών. Οι κουμαρτζήδες της εποχής μας μπορεί να είναι μία νεαρά ευειδής κυρία που παίζει, ενώ υποτίθεται ότι δουλεύει στον υπολογιστή της· ένας οικογενειάρχης που τζογάρει στα κρυφά, ενώ ψάχνει, ας πούμε, τις τιμές του πετρελαίου θέρμανσης (βέβαια, εκεί που έχουν φτάσει, ίσως το κουμάρι να είναι η μόνη λύση)· ή, το χειρότερο, ένας έφηβος που έχει τους κωδικούς της κάρτας ή των λογαριασμών των γονιών του. Η «βιτρίνα», όμως, δεν έχει καμία σημασία.

Ο τζόγος είναι ούτως ή άλλως μία από τις πιο σοβαρές εξαρτήσεις· και από τις πιο ύπουλες, καθώς δεν αντανακλάται άμεσα στην εικόνα του εξαρτημένου, δεν επηρεάζει τη συμπεριφορά του όπως το ποτό ή τα ναρκωτικά. Οι συνέπειές του όμως, λόγω της απώλειας χρημάτων που μπορεί να επιφέρει είναι πολλαπλές με καταστροφικό αντίκτυπο στην οικογένεια, το επαγγελματικό και κοινωνικό περιβάλλον. Από την άλλη, το στοίχημα με την τύχη ήταν ανέκαθεν μία πρόκληση για τον άνθρωπο· που δεν καλλιεργείται από την οικονομική δυσχέρεια – τα κενά στον ψυχισμό καλλιεργούν αυτήν τη διάθεση. Να την πιάσεις δηλαδή από τα μαλλιά την άτιμη την τύχη και να της δείξεις εσύ που μέχρι τώρα σε προσπερνούσε.

Δεν ξέρω ποια θέση έχουμε στις ευρωπαϊκές λίστες σε σχέση με τον τζόγο. Πριν από λίγες εβδομάδες, ωστόσο, εντόπισα δύο άλλες ελληνικές πρωτιές, που όχι ότι δεν τις περίμενα δηλαδή. Λοιπόν, σύμφωνα με τη Eurostat, η χώρα μας είναι πρώτη στην Ευρώπη σε επιχειρήσεις εστίασης, καφέ και μπαρ. Σε κάθε 10.000 κατοίκους αντιστοιχούν 79 τέτοιου είδους καταστήματα, δηλαδή ένα ανά 127 κατοίκους. Και είμαστε πια πρωταθλητές και στο ντελίβερι, μέσω app, έτοιμου φαγητού. Πάντα σύμφωνα με τη Eurostat, το 52,5% των χρηστών του Διαδικτύου, έχει «λύσει» με αυτόν τον τρόπο το θέμα του φαγητού. Μια χώρα που παίζει παράνομο τζόγο, πίνει καφέ και παραγγέλνει ντελίβερι. Μάλιστα…

Αλλος για την Πνύκα

Εντάξει, δεν είναι και λίγο να βγάζεις λόγο από την Πνύκα, με φόντο την Ακρόπολη· έχει ένα σημειολογικό βάρος. Το έκανε ο Ομπάμα, δεν θα το έκανε και ο Ρούμπιο; Και πού να έβλεπαν δηλαδή και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη που, σαν σήμερα, το 1838, απηύθυνε από εκεί «Παραινέσεις προς τη νέα γενιά», όπου είπε μεταξύ άλλων «…Ηλθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους […]. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Οταν έλεγες τον Κώστα να δώσει χρήματα διά τας ανάγκας του έθνους ή να υπάγει εις τον πόλεμο, τούτος επρόβαλλε τον Γιάννη. Και μ’ αυτόν τον τρόπο κανείς δεν ήθελε, ούτε να συνδράμει ούτε να πολεμήσει».

Keywords
Τυχαία Θέματα