Εκλογικοί πειρασμοί

Ανεπαισθήτως, ψιθυριστά σχεδόν, η περί πρόωρων εκλογών συζήτηση άνοιξε ξανά. Σε στενό κύκλο. Μεταξύ συμβούλων, υπουργών και φίλων, εκείνων κυρίως που από την περασμένη άνοιξη υποστήριζαν ότι οι κάλπες πρέπει να στηθούν πριν από τα πρωτοβρόχια.

Μήπως υπάρχει ακόμη ευκαιρία – αναρωτιούνται – να διορθωθεί το «λάθος» και να προλάβουμε τα χειρότερα; Να πάμε σε πρόωρες εκλογές τον Νοέμβριο, πριν αρχίσει να δαγκώνει ο χειμώνας; Και γιατί όχι, δηλαδή; Από τις 19 εκλογικές αναμετρήσεις της μεταπολίτευσης μόνον τέσσερεις

έγιναν στην ώρα τους.

Και στις τρεις από τις τέσσερις, οι κυβερνήσεις είχαν εξαντλήσει τη θητεία τους επειδή, απλώς, είχαν χάσει κάθε ελπίδα πως μπορούσαν να αλλάξουν τη μοίρα τους. Αλλά και το 2023, στη μοναδική περίπτωση που μια απερχόμενη κυβέρνηση έκανε εκλογές στην ώρα τους και τις κέρδισε, η καρδούλα του Κυριάκου ξέρει αν θα αντιστεκόταν στον πειρασμό των πρόωρων εκλογών την άνοιξη, αν δεν είχαν μεσολαβήσει τα Τέμπη.

Winter is coming – επαναλαμβάνουν οι οπαδοί των πρόωρων, όπως οι ήρωες του Οίκου των Σταρκ στο Game of Τhrones. Ο χειμώνας διαγράφεται, πράγματι, εξαιρετικά δύσκολος. Ολα δείχνουν ότι η ενεργειακή κρίση θα συνεχίσει να κλιμακώνεται με απρόβλεπτο ρυθμό και να διαχέεται στους δρόμους, τα βενζινάδικα, τους λέβητες των καλοριφέρ στις πολυκατοικίες και τα ράφια των σουπερμάρκετ. Καμία δημοσκόπηση, στην πιο τρελά αισιόδοξη προβολή της, δεν δίνει στη ΝΔ πάνω από 30%.

Η εκλογική αβεβαιότητα ξεκουρδίζει εντελώς την κυβερνητική μηχανή και πολλαπλασιάζει τα κρούσματα αγωνιούντων πολιτευτών που γεμίζουν τον τηλεοπτικό αέρα με εξωφρενικές ατάκες, για να κερδίσουν τη δύσκολη προσοχή μιας κορεσμένης αγοράς. Πόσους μήνες μπορεί να συνεχίζεται αυτό; Και τι πειθαρχία να περιμένει κανείς απέναντι στην αναποδιά και το απρόοπτο;

Στον διεθνή ορίζοντα, επιπλέον, τα σύννεφα προμηνύουν καταιγίδες. Πώς θα αντιδράσει ένας πληγωμένος Τραμπ, αν στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου επιβεβαιωθούν οι χειρότερες προβλέψεις των δημοσκοπήσεων;

Πόσο χειρότερα μπορούν να γίνουν τα πράγματα στα δύο ανοιχτά, μεγάλα πολεμικά μέτωπα; Και πόσο παραλυτικά μπορεί να επηρεάσουν την Ευρώπη, οι επερχόμενες κρίσιμες προεδρικές εκλογές στη Γαλλία και σε σημαντικά, μεγάλα δυτικογερμανικά κρατίδια, τον Απρίλιο;

Λένε πως ο Πρωθυπουργός δεν αντιδρά με τον ίδιο κατηγορηματικά αρνητικό τρόπο σε αυτές τις ιδέες, όπως προ καιρού. Αλλά κανείς δεν βεβαιώνει πως τις ακούει κιόλας. Εχει λόγους να επιμένει σε αυτό που πολλοί γύρω του θεωρούν «ρίσκο»;

Ελπίζει, ίσως, πως, επειδή για όλη την Ευρώπη ο χειμώνας κινδυνεύει να εξελιχθεί σε ένα κλασικό, σεξπηρικό winter of our discontent, οι Ευρωπαίοι θα αντιδράσουν και θα του δώσουν εργαλεία να δείξει κι εκείνος πως αντιδρά. Είναι λογικό να μετρά τις ενδεχόμενες συνέπειες μιας επίσπευσης των εκλογών που μπορεί να εκληφθεί από ένα μέρος του εκλογικού σώματος ως τυχοδιωκτισμός και από ένα άλλο ως φυγομαχία, σημάδι αποδοχής της ήττας ή ομολογία αδυναμίας.

Που θα μπορούσε, ακόμη, να δώσει στην αντιπολίτευση την ευκαιρία για κινήσεις που να τη βγάλουν από τη σημερινή της καθήλωση. Και, οπωσδήποτε, θα επιδεινώσει τη θέση του ίδιου στην επόμενη μέρα των εκλογών όταν θα αρχίσει η, κατά τον Κ. Τασούλα, «αναζήτηση της επόμενης πλειοψηφίας».

Στην πολιτική, βέβαια, οι υποσχέσεις δεσμεύουν μόνον εκείνους που τις πιστεύουν. Αλλά δεν μπορεί να μην αναλογίζεται επίσης και τη δυσκολία να αιτιολογήσει την αναίρεση μιας ρητής δέσμευσής του.

Το είχε πει, πρώτη φορά, τον περασμένο Μάρτιο («δεν θα οδηγήσω τη χώρα σε πρόωρες εκλογές»), το επανέλαβε τον Ιούνιο («οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027») και το ξέκοψε στη συνέντευξή του στη Διεθνή Εκθεση της Θεσσαλονίκης («δεν το έκανα, δεν θα το κάνω και τώρα»). Με ποια δικαιολογία να το πάρει πίσω; Τι στην οικονομική συγκυρία ή τη διεθνή κατάσταση – θα του πουν – άλλαξε τόσο δραματικά από τις 6 Σεπτεμβρίου; Και τι απ’ όσα μπορεί ή θέλει να κάνει δεν του επιτρέπει να το κάνει η άνετη σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ώστε να απαιτείται «νωπή εντολή» – ακόμη και στην περίπτωση που την εξασφάλιζε;

Μένει, βέβαια, η επίκληση «εθνικού θέματος» – που ήταν πάντα ο λόγος που επικαλούνταν οι πρωθυπουργοί για να ζητήσουν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας πρόωρη διάλυση της Βουλής και διενέργεια εκλογών. Αλλά αυτό, έπειτα από τέσσερα χρόνια «ήρεμων νερών» και στη σημερινή διεθνή συγκυρία, θα έβαζε τη χώρα σ’ ένα πολύ επικίνδυνο παιχνίδι. Και δεν έχω καμία ένδειξη ότι ο Μητσοτάκης θα τα διακινδύνευε όλα, ενδίδοντας σ’ έναν τέτοιο «τελευταίο πειρασμό».

Keywords
Τυχαία Θέματα