Μπλέξαν οι Μουριές μας

Προχθές έγραφα εδώ για τη «Μουριά», το καφενείο στην οδό Καλλιδρομίου που έκλεισε προκαλώντας ανείπωτο πένθος σε μια συγκεκριμένη συνομοταξία συμπολιτών μας, τόσο βαθύ που δεν ξέρω πώς και αν θα καταφέρουν να το διαχειριστούν. Ενα μοιρολόι υψώθηκε στην πόλη μας το περασμένο Σάββατο που κορυφώθηκε το βράδυ της ίδιας μέρας με ένα γλέντι απελπισίας, σου μιλάω για Κουστορίτσα και βάλε. Πέρασαν και πολιτικοί για να καταθέσουν το δάκρυ τους, εκεί και η Ολγα Γεροβασίλη βουρκωμένη, ο δε Νίκος Ξυδάκης

– ο πρώτος υπουργός Πολιτισμού του Αλέξη Τσίπρα για να μην ξεχνιόμαστε – είδε στην τελευταία νύχτα της «Μουριάς», όπως έγραψε αυτολεξεί, τη Νυχτερινή Περίπολο και την Ταφή του Κόμητος Οργκάθ, το βρέφος Στέλλα στη λευκή αγκάλη της μητέρας του, ο ίδιος έγινε Γασπάρ, Βαλτάσαρ και Μελχιώρ γιατί το τελευταίο Σαββατοκύριακο του Οκτωβρίου 2026 δεν ήπιε πάνω από ένα ξόδι, αλλά θύμιασε λιβάνι, σμύρνα και χρυσό. Ανατρίχιασα.

Για να σοβαρευτούμε και να πάρουμε αποστάσεις από το «δεν χάσαμε καφενείο εμείς, θησαυρό χάσαμε», έγραψα προχθές την άποψή μου, αλλά και τις πληροφορίες για την ιστορία του καφενείου που λειτουργούσε συνεχώς και αδιαλείπτως 111 χρόνια στο ίδιο σημείο. Αυτά έγραφαν παντού, τα ίδια έγραψα κι εγώ στην εφημερίδα. Τα μηνύματα, ωστόσο, άρχισαν να σκάνε από το πρωί της μέρας της δημοσίευσης. «Πού το ξέρετε εσείς ότι αυτό το καφενείο λειτουργούσε επί 111 χρόνια; Πού το είδατε γραμμένο; Ποιος έγκυρος αθηναιογράφος το αναφέρει;». Τότε συνειδητοποίησα ότι το «μα το γράφουν παντού» δεν είναι απάντηση δημοσιογράφου. Κι αν έχουμε δει τα τελευταία χρόνια να διακινούνται πληροφορίες που δεν ισχύουν. Ψάχνοντας λοιπόν, έμαθα πολλά, διάφορα και άκρως ενδιαφέροντα.

Οντως υπήρχε, από τις αρχές του προηγούμενου αιώνα, ένα καφενείο στα Εξάρχεια με το όνομα «Μουριά». Δεν ήταν όμως εκεί. Βρισκόταν στη γωνία Ζωοδόχου Πηγής και Διδότου, μπροστά από μία υποτυπώδη πλατειούλα όπου υπήρχαν μουριές. Λέγεται, μάλιστα, ότι στην περίοδο της Κατοχής και αμέσως μετά ήταν στέκι χιτών και ακροδεξιών. Ισως γι’ αυτό και παρήκμαζε, ειδικά επί Χούντας. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970 το αγόρασαν δύο αδέλφια που είχαν ένα καφενείο σε στοά της οδού Φειδίου και το κουτσοδούλεψαν για καμιά δεκαπενταριά χρόνια. Στη συνέχεια πέρασε σε άλλα χέρια, αλλά δεν ευτύχησε. Και να πω εδώ ότι παρότι η ταμπέλα δεν υπήρχε από πολύ καιρό πριν και, στην πραγματικότητα, το καφενείο δεν είχε όνομα, οι παλιοί βεριτάμπλ Εξαρχειώτες «Μουριά» έλεγαν το σημείο. Τα τελευταία δεκαπέντε, περίπου, χρόνια στο σημείο λειτουργεί ένα καθαριστήριο.

Αρα, η «Μουριά» της Καλλιδρομίου ουδεμία σχέση έχει με το παλιό καφενείο. Αρχισε να λειτουργεί γύρω στο 1963 ως καφέ μπαρ και μάλιστα οι παλαιότεροι αμφιβάλλουν αν υπήρχε εξαρχής η επιγραφή «Μουριά» στην πρόσοψή του. Προς τι, λοιπόν, όλη αυτή η φασαρία και ο κοπετός; Μήπως για να οραματιστεί ο αρχιδούξ των Αθηνών την ίδρυση δημοτικού καφενείου στον λόφο του Στρέφη όπως έσπευσε να αναγγείλει; Ή για να δει ο πρώην υπουργός να ζωντανεύει μπροστά στα μάτια του η Νυχτερινή Περίπολος; Αν είναι έτσι, πάω πάσο. Δεν παίζουν με αυτά τα πράγματα.

Είχα έναν καφενέ

Βεβαίως και τα καφενεία είναι ένα σοβαρό κεφάλαιο της ιστορίας των ελληνικών πόλεων, ειδικά μάλιστα της Αθήνας. Και καθρεφτίζουν την εξέλιξη και την αστικοποίησή της. Από την «Ωραία Ελλάς», το παλαιότερο καφενείο της πρωτεύουσας, που υπήρξε κέντρο πολιτικών συζητήσεων και ζυμώσεων, έως το καφενείο του Ζαχαράτου και της Δεξαμενής ή ακόμη και το φιλολογικό πατάρι του Λουμίδη, τα καφενεία άρχισαν να εξελίσσονται σε ζαχαροπλαστεία όπου έσπασε και το άτυπο απαγορευτικό για τις γυναίκες – για τις «Κυρίες του Γιαννάκη» λέει το τραγούδι του Νίκυ Γιάκοβλεφ με τη Μαίρη Λω. Στη συνέχεια, έγιναν καφετέριες με κορυφαία αθηναϊκή τον «Λέντζο» στο Παγκράτι. Τώρα κάτι τάχα μου παραδοσιακά καφενεία που λειτουργούν σήμερα, βγάζουν τέτοια νουβοτίλα που αναπολείς εκείνον τον εκκωφαντικό θόρυβο που κάναμε όταν, στις καφετέριες, χτυπούσαμε στο φλιτζάνι τη ζάχαρη με τον νες.

Keywords
Τυχαία Θέματα