Αθάνατος ο «Εμποράκος»

Στα φετινά βραβεία Τόνι, σε μια θεατρική πιάτσα όπως το Μπρόντγουεϊ, το να ξεχωρίσει ένα έργο πρόζας και μάλιστα σαρώνοντας έξι βραβεία δεν είναι και τόσο συχνό ούτε συνηθισμένο.

Κι όμως ο «Θάνατος του εμποράκου» του Αρθουρ Μίλερ, έργο του 1949 παρακαλώ, το κατάφερε με το σπαθί της αξίας του. Ενα έργο που κρατάει γερά κοντά ογδόντα χρόνια, ξεχώρισε ανάμεσα σε τόσα μιούζικαλ και ελαφρά θεάματα σ’ ένα δρόμο στρωμένο με γκλίτερ.

Τι κάνει όμως αυτόν τον Εμποράκο να αντέχει στον χρόνο; Τι είναι αυτό που κάνει όλους μας να ανατρέχουμε σ’ αυτόν; Δεν είναι ούτε δέκα χρόνια που το ανεβάσαμε

στο Εθνικό με τον Πέτρο Φιλιππίδη και την Πέγκυ Σταθακοπούλου και έτοιμος είμαι να το ανεβάσω κι αυτή τη στιγμή.

Εκείνο που έφερε το έργο του Μίλερ όταν πρωτοπαίχτηκε στη Νέα Υόρκη ήταν ένα θαύμα επί σκηνής.

Πρώτη φορά έβλεπαν μια παράσταση που καταργεί τον χρόνο, η δράση να πηγαινοέρχεται από το παρόν στο παρελθόν μπροστά στα μάτια σου χωρίς καμία αλλαγή του σκηνικού, ούτε καν του φωτισμού, κι απ’ την άλλη, το πιο σημαντικό, παρακολουθούσαν, πρώτη φορά, ένα έργο αστικού δράματος να συνδιαλέγεται με μια πολιτική πλευρά, καταφέρνοντας να νιώθεις πως στο τέλος δεν είναι ο Ουίλι Λόμαν αυτός που πεθαίνει αλλά ο Εμποράκος.

Ο κάθε εμποράκος, ο κάθε -άκος της μικροβιοτεχνίας στη μεταπολεμική Αμερική, δίνοντας τη θέση του σε μίαν απρόσωπη μεγαλοεταιρεία.

Βλέπεις καθαρά τον άνθρωπο να μπαίνει σ έναν κόσμο που του προσφέρει τα πάντα με δόσεις, από σπίτι, αυτοκίνητο, πλυντήριο μέχρι και ευτυχία.

Μόνο που μόλις πάει να τα ξοφλήσει να πάρει κι άλλα «αγαθά» τα προηγούμενα είναι άχρηστα γιατί έχουν ημερομηνία λήξης. Ο αμερικανός πολίτης μαθαίνει πως τον συντηρούν στη ζωή ίσα για να δουλεύει και όσο δουλεύει. Μετά είναι περιττός.

Δεν νομίζω πως άλλαξαν και πολύ τα πράγματα. Γι’ αυτό και ανατρέχουμε στον Εμποράκο. Ο θάνατός του μας δίνει θεατρική ζωή.

Keywords
Τυχαία Θέματα