Ανήκω σε μένα;

Από όλα τα τραγούδια που ερμήνευσε ο Γιώργος Μαζωνάκης, ένα είναι διαχρονικά το πιο δημοφιλές. Ο ίδιος το ήξερε, το είχε δηλώσει σε συνέντευξή του. Οι μυριάδες που τον θρήνησαν το απέδειξαν περίτρανα. Με το «Ανήκω σε μένα» τον συνόδευσαν στον τάφο.

Γιατί οι στίχοι του Πάνου Φαλάρα συγκινούν σήμερα ασυγκρίτως περισσότερο από το 1994, όταν μελοποιήθηκαν ευρηματικά από τον Νίκο Τερζή; Διότι εγκωμιάζουν – και πενθούν συνάμα – τη χαμένη μας αυτονομία.

Τα μεγάλα τραγούδια του παρελθόντος απευθύνονταν στο «εμείς». Ο εθνικός μας ύμνος στη συλλογική διεκδίκηση της ελευθερίας. Ο θούριος

του Μίκη στη μαζική αντίσταση στην τυραννία – οι δυο και οι τρεις γίνονταν χίλιοι δεκατρείς. Το «Ανήκω σε μένα» μιλάει για τον καθένα μας ξεχωριστά, ως πρόσωπο που ονειρεύεται να αποτινάξει τις πολλαπλές δεσμεύσεις, υποχρεώσεις, εξαρτήσεις της καθημερινότητας.

Η ζωή που αφηγείται ο Μαζωνάκης είναι στις μέρες μας ουτοπική. «Χτυπάει το τηλέφωνο, δεν το σηκώνω» – ποιος θα τολμούσε πλέον να κάνει κάτι τέτοιο; Η άρνηση επικοινωνίας με τον έξω κόσμο συνιστά έγκλημα καθοσίωσης. Το να μην απαντάς στις κλήσεις, στα μηνύματα, στα αιτήματα φιλίας σε καθιστά τύπο όχι μοναχικό αλλά επηρμένο. Ακατάδεχτο. Γρουσούζη. Οφείλεις να κοινοποιείς, να μοιράζεσαι τις στιγμές σου. Τις χαρές και τις λύπες σου.

Την Κυριακή, πέθανε μια πολυαγαπημένη μου φίλη. Ενιωσα την ανάγκη να ανεβάσω στο Facebook τη φωτογραφία της. Να γράψω οχτώ – μετρημένες – λέξεις συγκίνησης, που απευθύνονταν σε όσους την ήξεραν. Κατάπληκτος είδα εντελώς άγνωστους ανθρώπους να μπαίνουν στη σελίδα μου και να μου επιτίθενται σκαιά. «Ποια ήταν αυτή η Δέσποινα; Γιατί μας το κρύβετε; Μας σνομπάρετε, περνιέστε για ανώτερος; Φτου σας!». Κατάπληκτος διάβαζα τα σχόλια. Φαντάστηκα την αντίστοιχη συμπεριφορά εκτός ψηφιακού περιβάλλοντος. Να ακολουθείς συντετριμμένος το ξόδι κάποιου δικού σου κι αίφνης να εμφανίζονται ένα σμάρι περίεργοι, να σε τραβάνε απ’ το μανίκι, να σε ρωτούν επίμονα ποιος κηδεύεται, πώς απεβίωσε, αν έχει οικογένεια… Οι γριές, παλιά, στις ρούγες κουτσομπόλευαν ψιθυριστά. Οι χρήστες του Διαδικτύου ανεμίζουν την αδιακρισία τους σαν φλάμπουρο.

Ακόμα κι άμα τους περιφρονήσεις, πώς να αγνοήσεις τις κάμερες που βρίσκονται παντού και καταγράφουν διαρκώς όποιον περνάει από μπροστά τους; Για λόγους ασφαλείας, σύμφωνοι. Για την εξιχνίαση τυχόν εγκλημάτων. Με το που βγαίνω πάντως απ’ το σπίτι μου, η εικόνα μου απαλλοτριώνεται. Ξεφεύγει από τον έλεγχό μου και αξιοποιείται κατά το δοκούν. Πώς να αγνοήσεις τα λεφούσια που απαθανατίζουν με τα κινητά ό,τι τους κάνει εντύπωση και το κοινοποιούν κατά τα γούστα τους; Μου έλεγε τις προάλλες μια κυρία, που είχε χορέψει τσιφτετέλι σε ένα πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο, ότι όλη σχεδόν η μικρή της πόλη την έπιασε την επαύριον στο στόμα της. «Σε καμαρώσαμε! Δεν σε είχαμε για τόσο γλεντζού!», την κομπλιμένταραν δήθεν. «Ντροπή», υπονοούσαν κάμποσοι, «παντρεμένη γυναίκα. Και είσαι και δασκάλα…».

Ποιος θα τολμούσε να απαγορεύσει με νόμο τη φωτογράφιση άνευ συναίνεσης σε δημόσιους χώρους; Τι πολιτικό κόστος θα είχε η στοιχειώδης προστασία της ιδιωτικότητας, που θεωρητικά είναι ιερή, εξού και τα προσωπικά δεδομένα;

Για να μη μιλήσουμε για το δικαίωμα του κράτους να ελέγχει κάθε τραπεζική δραστηριότητα, ώστε να πατάσσεται η παραοικονομία. «Πού βρήκες το ποσό που καταθέτεις;». «Το κέρδισα σε στοίχημα». «Πρέπει να το δηλώσεις και να φορολογηθείς! Εσύ, μαντάμ, πόθεν έσχες το πεντακοσάρικο;». «Προσφέρω σεξουαλικές υπηρεσίες…». «Να κάνεις έναρξη επαγγέλματος!».

Το μαύρο χρήμα – εννοείται – κάθε άλλο παρά έχει πάψει να κυκλοφορεί και να ξεπλένεται. Απαιτείται απλώς να ξέρεις τα κόλπα. Να έχεις τις άκρες. Να παίζεις κρυφτούλι με έναν μηχανισμό, ο οποίος ασφαλώς κάνει τα στραβά μάτια. Με το αζημίωτο.

«Ανήκω σε μένα και στα όνειρά μου…». Κούνια που σε κούναγε, Γιώργο. Σε ένα σύστημα ανήκεις και σε μια κοινωνία που απλώς σε αφήνει κάπου κάπου να νιώθεις εκτός. Για το γούστο της. Και έπειτα σου ξανασφίγγει τα λουριά.

Keywords
Τυχαία Θέματα