Ανάμεσα στο Ισραήλ και στον αραβικό κόσμο

Η ιστορία της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής στη Μέση Ανατολή αποτελεί μία από τις λιγότερο μελετημένες, αλλά ιδιαίτερα αποκαλυπτικές, πλευρές της μεταπολεμικής μας ιστορίας. Στο βιβλίο του «Η Ελλάδα και το Μεσανατολικό Ζήτημα, 1945-1981», ο Μανόλης Κούμας παρακολουθεί τη διαμόρφωση της ελληνικής μεσανατολικής πολιτικής από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έως την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην εξουσία.

Ο Μανόλης Κούμας είναι αναπληρωτής καθηγητής Ιστορίας των

Διεθνών Σχέσεων στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του ΕΚΠΑ. Το ερευνητικό του έργο επικεντρώνεται στην ελληνική εξωτερική πολιτική, στη διεθνή ιστορία και στη στρατηγική των Μεγάλων Δυνάμεων στη Μεσόγειο.

Αφετηρία της μελέτης αποτελεί η ελληνική στάση απέναντι στο παλαιστινιακό ζήτημα. Το 1947, ενώ ο Εμφύλιος Πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη, η Ελλάδα υπήρξε η μοναδική χώρα του δυτικού κόσμου που καταψήφισε στον ΟΗΕ το σχέδιο διαμοιρασμού της Παλαιστίνης. Η επιλογή αυτή δεν υπαγορεύθηκε από έναν μόνο παράγοντα. Συνδεόταν με την ανάγκη προστασίας του ελληνισμού της Αιγύπτου και των Ελληνορθόδοξων Πατριαρχείων, με τα ελληνικά οικονομικά συμφέροντα, αλλά και με την επιδίωξη διατήρησης καλών σχέσεων με τα αραβικά κράτη.

Ο συγγραφέας εξετάζει ιδιαίτερα το καθεστώς των Ιεροσολύμων, δηλαδή το σύνολο των διεθνών, πολιτικών και θρησκευτικών ρυθμίσεων που αφορούσαν την πόλη και τους Αγίους Τόπους μετά τον διαμοιρασμό της Παλαιστίνης. Το Ψήφισμα 181 του ΟΗΕ προέβλεπε τη μετατροπή της Ιερουσαλήμ σε χωριστή διεθνή οντότητα, ένα corpus separatum, υπό τη διοίκηση των Ηνωμένων Εθνών. Η πρόβλεψη αυτή δεν εφαρμόστηκε και μετά τον πόλεμο του 1948 η πόλη διαιρέθηκε μεταξύ του Ισραήλ και της Ιορδανίας. Για την Ελλάδα το ζήτημα είχε ιδιαίτερη σημασία εξαιτίας της θέσης, της περιουσίας και των δικαιωμάτων του Ελληνορθόδοξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων στα χριστιανικά προσκυνήματα.

Ιδιαίτερη θέση στο βιβλίο καταλαμβάνει και το Κυπριακό, το οποίο από τα μέσα της δεκαετίας του 1950 μετατράπηκε σε καθοριστικό παράγοντα της ελληνικής πολιτικής. Η ανάγκη εξασφάλισης της υποστήριξης των αραβικών κρατών στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ ενίσχυσε τον φιλοαραβικό προσανατολισμό της Αθήνας, χωρίς όμως να οδηγεί πάντοτε σε μια σταθερή και συνεκτική στρατηγική.

Μέσα από τη βρετανοαιγυπτιακή διένεξη, την κρίση του Σουέζ, το Δόγμα Αϊζενχάουερ, την άνοδο του αραβικού εθνικισμού και την πολιτική του Νάσερ αναδεικνύονται τα διλήμματα των ελληνικών κυβερνήσεων. Η Ελλάδα παρέμενε οργανικά ενταγμένη στο δυτικό στρατόπεδο, συγχρόνως όμως επιδίωκε να εμφανίζεται ως γέφυρα ανάμεσα στη Δύση και στον αραβικό κόσμο. Η πολιτική αυτή εξυπηρετούσε συγκεκριμένες διπλωματικές και οικονομικές ανάγκες, αλλά συχνά προσέκρουε στις διεθνείς δεσμεύσεις της χώρας και στις μεταβαλλόμενες περιφερειακές ισορροπίες.

Η δικτατορία

Ξεχωριστό ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίοδος της δικτατορίας. Ο Πόλεμος των Εξι Ημερών, η επανεξέταση των σχέσεων με το Ισραήλ, ο Πόλεμος του Γιομ Κιπούρ και οι σχέσεις με τη Λιβύη αποκαλύπτουν μια περισσότερο σύνθετη πολιτική από εκείνη που υποδηλώνουν τα συνηθισμένα ερμηνευτικά σχήματα. Μετά το 1974, ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επανέφερε την Ελλάδα σε σαφέστερη φιλοαραβική τροχιά, πραγματοποιώντας ένα δεύτερο «άνοιγμα» προς τον αραβικό κόσμο.

Το βιβλίο δείχνει τελικά ότι η ελληνική στάση δεν υπήρξε προϊόν μιας απλής ιδεολογικής προσήλωσης, αλλά αποτέλεσμα ενός διαρκούς και δύσκολου υπολογισμού συμφερόντων. Το Κυπριακό, οι ελληνικές κοινότητες, τα Πατριαρχεία, οι οικονομικές επιδιώξεις και η αναζήτηση διεθνούς ρόλου συνδιαμόρφωσαν μια πολιτική λεπτών ισορροπιών. Πρόκειται για μια συστηματική και τεκμηριωμένη συμβολή στην κατανόηση της μεταπολεμικής ελληνικής διπλωματίας και της θέσης της Ελλάδας στην Ανατολική Μεσόγειο.

Info: Μανόλης Κούμας, «Η Ελλάδα και το Μεσανατολικό Ζήτημα 1945-1981», εκδ. Παπαδόπουλος 2026, {LF}σελ. 351

Keywords
Τυχαία Θέματα