Αφηγητής – Πρωταγωνιστής 1-0

«Δεν ζω χωρίς Μαζώ». «Ο,τι έχω ζήσει, το έχει πει η Βίσση». Τέτοια συνθήματα εμπνέει το σημερινό λαϊκό τραγούδι. Και αν το πρώτο, για τον Μαζωνάκη, ηχεί πλέον τραγικό, αμφότερα ξεκινούν και καταλήγουν στην ζωή. Ποιος ζει; Τι ζει; Πώς το ζει;

«Ολη η ζωή σου ένα Σαββατοκύριακο δικό μου…» είχε εκμηδενίσει κάποτε μια ντίβα της πίστας έναν φλώρο δημοσιογράφο. Κι αντί εκείνος να της απαντήσει παραφράζοντας Καβάφη «ουκ έγνως, κυρά μου, ει γαρ έγνως, ουκ αν κατέγνως…» – «έζησες μεν αλλά δεν πήρες πρέφα, διότι αν είχες καταλάβει, δεν θα με καταδίκαζες…», αντί να τη βγάλει νοκάουτ στη γλώσσα των Πατέρων, ζάρωσε ο φουκαράς. Γεγονός που αποδεικνύει ότι εκτός από το να ζούμε, οφελεί και να διαβάζουμε.

Αγανακτούν κάποιοι σχεδόν υπερήλικες οι οποίοι περνιούνται για μπαρουτοκαπνισμένοι, με την ομοιοκαταληξία «ζήσει – Βίσση». «Σιγά μη χωράνε τα ανδραγαθήματα και τα παθήματά μας σε στίχους ποπ σκυλάδικων! Εχει ιδέα η Αννούλα τι σημαίνει γενιά Πολυτεχνείου; Ταξικές συγκρούσεις στη Μεταπολίτευση; Δακρυγόνα; Εκείνη αγρόν αγόραζε ήδη με τον Καρβέλα. Εμείς εκστασιαζόμασταν με τα επαναστατικά Λοΐζου και Μικρούτσικου, ερωτευόμασταν με τις φωνές της Γαλάνη και της Αλεξίου, βαθαίναμε υπαρξιακά με Λειβαδίτη, Καρούζο και με τα ύστερα του Ελύτη…».

Οποιος επικαλείται την πνευματική του καλλιέργεια δίχως να την αποδεικνύει με τη συμπεριφορά του είναι φαιδρός. Ετσι και ενδιαφέρονταν να φωτίσουν τα παιδιά και τα εγγόνια τους για το τι αληθινά συνέβαινε στην Ελλάδα της νιότης τους, Λουκιανό Κηλαηδόνη θα έπρεπε να τους παίξουν. «Τα ‘φτιαξε η Μάρη με τον Αρη και τον Χάρη, που τα είχε με τη Ρένα και μετά με τη Νανά κι ο Μιχάλης με την Αννυ που τα είχε με τον Γιάννη μπερδευτήκαν και τα φτιάξανε ξανά…». Αυτό μάλιστα. Αποδίδει τον προ του aids καιρό.

Αν έβρισκαν μάλιστα το κουράγιο οι βετεράνοι μας να μιλήσουν και για την πολιτική, ας μας απαριθμούσαν – στο ίδιο ξένοιαστο ύφος – ποιος ψήφισε, ποιος παραγόντισε, ποιος βολεύτηκε και από ποιον. Σκίζουν τα ρούχα τους επειδή οι σημερινοί νέοι ταλαιπωρούνται ώσπου να βρουν ικανοποιητική δουλειά. Λογικό. Εκείνους, μόλις έπαιρναν πτυχίο, τους καλοδεχόταν το Δημόσιο.

Με τη μεσολάβηση πρώτα ενός εθνικόφρονα μπάρμπα και στη συνέχεια ενός ξαδέλφου πρασινοφρουρού. Καλοδεχούμενο το αγωνιστικό φρόνημα και στα εβδομήντα και στα ογδόντα σου. Λίγη ειλικρίνεια εντούτοις δεν θα έβλαπτε. Ο,τι έχω ζήσει το ‘χει πει… Ποιος; Σπανίως εκείνος που το αποφάσισε, που το κυνήγησε, που το διαμόρφωσε.

Οι βιογραφίες των μεγάλων κάθε εποχής είναι είτε αγιογραφίες είτε απολογίες – άριστα έκανε συνεπώς ο Ανδρέας Παπανδρέου που απαξίωσε να αφήσει απομνημονεύματα της ακμής του. «Οι επόμενοι θα με κρίνουν κατά τα μέτρα τους», θα σκέφτηκε. Προς το παρόν δικαιώνεται, όντας ο δημοφιλέστερος πρωθυπουργός μετά τη Χούντα.

Ο Μακρυγιάννης πάλι, πολλές δεκαετίες νωρίτερα, χειρίστηκε το κοντύλι ασυγκρίτως πιο επιδέξια από το γιαταγάνι. Κι από δευτεραγωνιστής της Επανάστασης και μεγαλοϊδιοκτήτης των Αθηνών – κοτζάμ συνοικία είχε στο βιός του –, πλασαρίστηκε ως μέγας στρατηγός και ιδεολογικός ταγός του Νεοελληνισμού. Θα τον ξανάβρεις στους μπαξέδες και μάλλον θα καθίσεις να τον ξανακούσεις. Τα έλεγε νόστιμα ο μπαγάσας…

Ο Ονορέ ντε Μπαλζάκ κι αν τα έγραφε συγκλονιστικά! Ζωντανεύει στα βιβλία του τη Γαλλία του πρώτου μισού του 19ου αιώνα. Με τα μεγαλεία, τις δυστυχίες και με τις χαμένες ψευδαισθήσεις της…

Πώς τα κατείχε, όμως, σε τέτοια λεπτομέρεια, τόσο βάθος; Αρκούσε η προσωπική του εμπειρία; Κλεισμένος μες στο σπίτι του, γέμιζε νυχθημερόν σελίδες για να μπαλώνει χρέη από αποτυχημένες επιχειρήσεις. Αντε να πήγαινε σε κάνα πάρτι προς άγραν νύφης, κόμισσας ή μαρκησίας. Μήπως ο ιδιοφυής Μπαλζάκ ένα έβλεπε και δέκα φανταζόταν; Κι ό,τι διαβάζουμε με την υπογραφή του αποτυπώνει περισσότερο τη δική του ψυχή παρά την κοινωνία;

Συμπέρασμα: Ο,τι έχει πει η Βίσση σε έχει πείσει πως κι εσύ το έχεις ζήσει. Αυτό αποτελεί τον θρίαμβό της.

Keywords