Εκλογές ΗΠΑ:Πώς επηρέασε ο κορωνοϊός τις δημοσκοπήσεις και πόσο «σωστές» είναι

Την είδηση της θετικής διάγνωσης του Ντόναλντ Τραμπ με κορωνοϊό ακολούθησαν λίγες ώρες μετά τα πρώτα δημοσκοπικά αποτελέσματα που συνδέονται σαφώς με την μόλυνση του Αμερικανού προέδρου από τον φονικό ιό και δείχνουν ότι οι δύο υποψήφιοι για την προεδρία επηρεάζονται από τα υπάρχοντα δεδομένα.

Σύμφωνα με δημοσκόπηση των Reuters/Ipsos, ο υποψήφιος των Δημοκρατικών, Τζο Μπάιντεν, καταγράφει προβάδισμα 10 μονάδων έναντι του αντιπάλου του, Ντόναλντ Τραμπ. Πρόκειται ουσιαστικά για την μεγαλύτερη διαφορά

που έχει καταγραφεί μέσα σε έναν μήνα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι η μέτρηση πραγματοποιήθηκε στις 2 και 3 Οκτωβρίου, δηλαδή λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι είναι θετικός στον ιό. Η εξέλιξη αυτή, σύμφωνα με αρκετούς αναλυτές, αναμένεται να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην πορεία προς τις εκλογές.

Οι συμμετέχοντες στη δημοσκόπηση απάντησαν και σε ερωτήσεις σχετικές με την ασθένεια του Τραμπ, με πέντε στους δέκα Ρεπουμπλικάνους και το 65% των Αμερικανών να δηλώνουν ότι ο πρόεδρος θα μπορούσε να είχε αποφύγει τον κορωνοϊό αν είχε πάρει την πανδημία περισσότερο στα σοβαρά.

Επίσης, σύμφωνα με τη δημοσκόπηση, το 34% των Αμερικανών πιστεύουν ότι ο Τραμπ λέει την αλήθεια για τον κορωνοϊό.

Μεταξύ των ενηλίκων που αναμένεται να ψηφίσουν στις εκλογές της 3ης Νοεμβρίου, το 51% υποστηρίζει τον Μπάιντεν, ενώ το 41% δήλωσε ότι θα ψήφιζε υπέρ του Τραμπ. Ποσοστό 4% θα επέλεγε υποψήφιο άλλου κόμματος και ένα άλλο 4% δήλωσε αναποφάσιστο.

Τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων μοιάζουν «τρομακτικά» οικεία. Τέτοια εποχή, τέσσερα χρόνια πριν, οι προβλέψεις έδειχναν την πιθανότητα νίκης του Τραμπ γύρω στο 30%, ενώ αντίστοιχα η πιθανότητα η Χίλαρι Κίντον να γινόταν η επόμενη πρόεδρος των ΗΠΑ ήταν 70%.

Σύμφωνα με τους Times, οι δημοσκοπήσεις το 2016 δεν ήταν απαραίτητα λανθασμένες αλλά δεν είχαν διαβαστεί σωστά. Οι αμερικανικές εκλογές αποτελούνται από δύο στάδια, και τα αποτελέσματα οριστικοποιούνται από το Κολλέγιο των Εκλεκτόρων, το οποίο και αναδεικνύει τον επόμενο πρόεδρο των ΗΠΑ.

Ο νικητής της κάθε πολιτείας εξασφαλίσει όλους τους εκλέκτορες βάσει της λογικής «the winner takes it all», δηλαδή «ο νικητής παίρνει όλους τους εκλέκτορες». Έτσι τον πρόεδρο των ΗΠΑ δεν τον εκλέγει απ’ ευθείας ο αμερικανικός λαός, αλλά αναδεικνύεται μέσω των αντιπροσώπων του, δηλαδή το Κολέγιο των Εκλεκτόρων. Το συγκεκριμένο σώμα αποτελείται συνολικά από 538 μέλη και η κάθε Πολιτεία έχει έναν προκαθορισμένο αριθμό εκλεκτόρων.

Έτσι, είναι πιθανόν για έναν υποψήφιο πρόεδρο να κερδίσει τη πλειοψηφία των ψήφων, αλλά να χάσει τις εκλογές, κάνοντας τις δημοσκοπήσεις λιγότερο ακριβείς.

Αυτό συνέβη το 2016. Η δημοσκόπηση του RealClearPolitics έδειχνε ότι η Κλίντον είχε κατά μέσο όρο 3,2 ποσοστιαίες μονάδες έναντι του Trump την ημέρα των εκλογών. Κατέληξε να κερδίσει τη δημοφιλή ψήφο κατά 2,1 εκατοστιαίες μονάδες, «μια διαφορά 1,1 μονάδων που βρίσκεται στο περιθώριο σφάλματος για τις περισσότερες δημοσκοπήσεις», λέει ο Business Insider.

Αλλά μέσω μιας στοχευμένης στρατηγικής, ο Τραμπ εκμεταλλεύτηκε το Κολέγιο των Εκλεκτόρων με έναν πολύ αποτελεσματικό τρόπο, μετατρέποντας μόλις το 46% των λαϊκών ψήφων σε 56,5% του Κολλεγίου των Εκλεκτόρων και μπήκε στον Λευκό Οίκο.

Πάντως, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν μεγαλύτερο άνοιγμα της ψαλίδας υπέρ του Μπάιντεν από το 2016. Σύμφωνα με το Business Insider, ακόμα και εάν υποθέσουμε ότι οι ψηφοφόροι θα συμπεριφερθούν όπως και πριν τέσσερα χρόνια και βγάλουν το ίδιο αποτέλεσμα, ο Μπάιντεν θα νικούσε στο Κολέγιο των Εκλεκτόρων και πέντε από τις έξι μεγαλύτερες πολιτείες πιθανόν θα καθόριζαν το αποτέλεσμα.

Σε εθνικό επίπεδο, οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τον αριθμό των ανθρώπων που προτίθενται να ψηφήσουν τον υποψήφιο, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη το Κολέγιο των Εκλεκτόρων. Επομένως, οποιεσδήποτε τελεσίδικες προβλέψεις που γίνονται χρησιμοποιώντας αυτούς τους αριθμούς, διατρέχουν τον κίνδυνο να είναι λανθασμένες.

Το 2016 ήταν μια ασυνήθιστη χρονιά, καθώς ένας μεγάλος αριθμός ψηφοφόρων παρέμεινε αναποφάσιστος μέχρι την ημέρα των εκλογών. Αυτό έκανε πιο δύσκολη την πρόβλεψη του αποτελέσματος, λέει το ερευνητικό κέντρο Pew.

Αυτό δεν συμβαίνει το 2020, όπου υπάρχει μικρότερος αριθμός αναποφάσιστων ψηφοφόρων από ό, τι στα περισσότερα εκλογικά έτη.

Ένα πράγμα που αξίζει να ληφθεί υπόψη, ωστόσο, είναι ο μικρός αριθμός σημαντικών αποκλίσεων στις δημοσκοπήσεις σε κρατικό επίπεδο το 2016. Ένα παράδειγμα είναι το Ουισκόνσιν, τον οποίο κέρδισε ο Τραμπ με 0,7%, αλλά κάποιες δημοσκοπήσεις έδειχναν την Κλίντον να προηγείται κατά 6,5 πόντους κατά μέσο όρο .

Διαβάστε επίσης:

Νέο ιατρικό ανακοινωθέν για την υγεία του Τραμπ

Ο Τραμπ ευχαριστεί από το νοσοκομείο τους υποστηρικτές του

Δημοσκόπηση: Δέκα μονάδες μπροστά ο Μπάιντεν από τον Τραμπ

Keywords
Τυχαία Θέματα