Οι φωνές της Ελλάδας: Νίκος Ξυλούρης (εικόνες – video)

Οι φωνές της Ελλάδας σε μια Ελλάδα χωρίς φωνήΤο altsantiri.gr συνεχίζει το μεγάλο αφιέρωμα στις διαχρονικές φωνές της ΕλλάδαςΗ καριέρα και η ζωή του μοναδικού Νίκου ΞυλούρηΗ αγάπη για την Κρήτη και η καταξίωση στην ΑθήναΗ φωνή που αποτελεί ακόμα και σήμερα σύμβολο αντίστασης

«Έβαλε ο Θεός σημάδι, παλικάρι στα Σφακιά», «Ο Διγενής ψυχομαχεί και η γη το’νε τρομάζει», «Μια μαυροφόρα

που περνά», «Ανυφαντού», «Ο Ψαρονίκος» και πολλά άλλα τον καταξίωσαν και τον έκαναν αγαπητό στο ευρύ κοινό.

Το μαγικό χάρισμα της φωνής του, έκανε τους παλαιότερους να σιγοτραγουδούν και να ταξιδεύουν μαζί του αλλά το φαινόμενο «Νίκος Ξυλούρης» παραμένει ανεξήγητο καθώς οι νεότερες γενιές γνωρίζουν πολύ καλά και αγαπούν όλα τα τραγούδια που ερμήνευσε ο κρητικός καλλιτέχνης.

Ο Αρχάγγελος της Κρήτης, έτσι όπως ήταν το ψευδώνυμο του, ήταν ένας αυθεντικός άνθρωπος, σεμνός και λιγομίλητος, ένας καλλιτέχνης με αγάπη στην παραδοσιακή ελληνική μουσική, την οποία γεφύρωσε με τις ιστορικές συγκυρίες της εποχής του, τον αντιδικτατορικό αγώνα και τη μεταπολίτευση.

Η λύρα, η πρώτη αγάπη

Γεννιέται το 1936, στο ορεινό χωριό Ανώγεια Μυλοποτάμου στο Ρέθυμνο της Κρήτης από οικογένεια με μουσική παράδοση και πολλούς λυράρηδες.

Στα πέντε του χρόνια, οι Γερμανοί καίνε το χωριό του, αναγκάζοντάς τον να ξεριζωθεί από τον τόπο του μαζί με τους υπόλοιπους κατοίκους.

Σε νεαρή ακόμα ηλικία, με τη βοήθεια του δασκάλου του, καταφέρνει να πείσει τον πατέρα του να του αγοράσει την πρώτη του λύρα και πολύ γρήγορα αρχίζει να παίζει σε γάμους και πανηγύρια. Στην ηλικία των 17 ετών αποφασίζει να μετακομίσει στο Ηράκλειο και πιάνει δουλειά στο νυχτερινό κέντρο «Κάστρο».

Τα έσοδά του ωστόσο μόλις και μετά βίας φτάνουν να τον συντηρήσουν. Επιχειρεί τότε να ανοίξει τα φτερά του αλλά βρίσκεται αντιμέτωπος με τη «μόδα» της Ευρωπαϊκής μουσικής.

Όπως είχε πει ο ίδιος στις αφηγήσεις του «εκεί αρχικά τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα…. Εις τα ορεινά χωριά της Κρήτης δεν ημπορούσε να εισχωρήσει αυτό που εισχώρησε στις πόλεις. Εκεί χόρευαν ταγκά, βαλς, ρούμπες, σάμπες και είμαστε υποχρεωμένοι εμείς να τα μαθαίνουμε αυτά τα τραγούδια, να τα παίζουμε στα πανηγύρια και στους γάμους, για να μπορούμε να ζήσουμε και ΄μεις, να βγάλουμε τα έξοδα μας και να τους κάνουμε σιγά-σιγά ν΄ αλλάξουνε και να αγαπήσουνε την κρητική μουσική»

Ο Νίκος Ξυλούρης δεν απαγοητεύεται, αντιθέτως πεισμώνει περισσότερο.

Ο μεγάλος έρωτας

Στο χωριό Βενετάτο του Ηρακλείου, γνωρίζει τον έρωτα της ζωής του, την Ουρανία. Εκείνη κατάγεται από πλούσια οικογένεια, εκείνος όμως είναι φτωχός, καθώς με δυσκολία εξασφαλίζει τα «προς το ζην». Έτσι επειδή οι γονείς της Ουρανίας θα αντιδρούσαν σε αυτόν τον γάμο, το ζευγάρι αποφασίζει να κλεφτεί στις 21 Μαΐου 1958. Την επόμενη ακριβώς ημέρα παντρεύονται.

«Δύσκολο καιροί, δύσκολα όλα, τότε να σπάσεις το κατεστημένο στην Κρήτη ήταν πολύ δύσκολο το 1958», είχε σχολιάσει η Ουρανία για την απόφαση να κλεφτούν.

Η συγκινητική ιστορία του έρωτά τους:

Η σταδιακή αναγνώριση και η καταξίωση

Τον Νοέμβριο του 1958 ηχογραφεί τον πρώτο του δίσκο με τίτλο «Μια μαυροφόρα που περνά». Ο δίσκος αγκαλιάζεται από τον κόσμο και ο Νίκος ηχογραφεί κι άλλα τραγούδια σε δίσκους των 45 στροφών. Τα πράγματα γίνονται καλύτερα από οικονομικής πλευράς και με την Ουρανία εγκαθίστανται στο Ηράκλειο.

Το 1960 γεννιέται το πρώτο τους παιδί, ο Γιώργος, (που σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα το 2015) και 6 χρόνια μετά το δεύτερο, η Ρηνιώ.

Ήδη οι Κρητικοί τον καλούν σε γλέντια για να παίζει με τη λύρα του και σιγά σιγά αρχίζει να γίνεται γνωστός. Τη χρονιά της γέννησης της κόρης του, μάλιστα, κερδίζει και το πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ μουσικής στο Σαν-Ρέμο παίζοντας με τη λύρα του ένα συρτάκι.

Για το ποιος «ανακάλυψε» τον Νίκο Ξυλούρη, οι απόψεις διαφέρουν ωστόσο η αναγνώριση του ωστόσο ξεκινάει με το τραγούδι «Ανυφαντού», που ηχογραφεί τον Φεβρουάριο του 1969.

Ο τότε διευθυντής της δισκογραφικής εταιρείας «Κολούμπια» Τάκης Λαμπρόπουλος, φέρεται να μαγεύεται από τη φωνή του καλλιτέχνη και τον ηχογραφεί σε ένα γαμήλιο γλέντι στα Ανώγεια.

Στέλνει μάλιστα την κασέτα στον συνθέτη Σταύρο Ξαρχάκο που ήταν τότε στο Παρίσι, προκειμένου να ακούσει τον λυράρη των Ανωγείων.

Λίγους μήνες αργότερα μετακομίζει στην Αθήνα και εμφανίζεται σε Αθηναϊκό μουσικό κέντρο.

«Σ’ αρέσει η ζωή στην πρωτεύουσα;» είχαν ρωτήσει το Νίκο σε μία από τις λίγες συνεντεύξεις που είχε παραχωρήσει και είχε απαντήσει με αφοπλιστική ειλικρίνεια: «Όχι, όχι καθόλου, αλλά είμαι ευχαριστημένος από άλλα πράγματα. Δεν ήρθα για να κάτσω εδώ στην Αθήνα και περισσότερο με συγκινεί η αγάπη του κόσμου. Η πόλη αυτή με πνίγει. Στην Κρήτη ήμουνα κοντά στη φύση. Παρά το ότι ζούσα στο Ηράκλειο ήταν εύκολο να πας στο χωριό, να καθίσεις».

Η συνεργασία με τον Γιάννη Μαρκόπουλο

Στην Αθήνα γνωρίζει τον ποιητή και σκηνοθέτη, Ερρίκο Θαλασσινό ο οποίος αποφασίζει να τον συστήσει στον Γιάννη Μαρκόπουλο και έτσι ξεκινάει μια λαμπρή συνεργασία με τον δίσκο «Χρονικό» και «Ριζίτικα».

Το 1971 ξεκινάει κοινές εμφανίσεις με τον Γιάννη Μαρκόπουλο στη μπουάτ «Λήδρα» και η φωνή του κρητικού καλλιτέχνη γίνεται και παραμένει σύμβολο της αντίστασης και του αντιδικτατορικού αγώνα, τραγουδώντας μεταξύ άλλων τα «Πότε θα κάνει ξαστεριά»,«Αγρίμια κι αγριμάκια μου».

Εκείνα τα χρόνια συνεργάζεται στενά με τον τραγουδοποιό Θανάση Γκαϊφύλλια σε μπουάτ της Πλάκας και μετέχει σε συναυλίες σε όλη την Ελλάδα.

Το καλοκαίρι του 1973 κάνει το «ντεμπούτο» το στο σανίδι και τραγουδάει στο θεατρικό έργο «Το μεγάλο μας τσίρκο» με πρωταγωνιστές τον Κώστα Καζάκο και τη Τζένη Καρέζη στο θέατρο «Αθήναιον».

Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Ηχογραφεί, επίσης, τα «Αντιπολεμικά» τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια, μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο, ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη.

Όταν η φωνή σίγησε για πάντα

Στο απόγειο της δόξας του, όμως, το 1979 υποφέρει από πόνους στο κεφάλι, ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη και εισάγεται για εξετάσεις στο Memorial Hospital, όπου διαπιστώνεται ότι πάσχει από καρκίνο.

Επιστρέφει στην Ελλάδα και παλεύει με την επάρατο νόσο, όμως το νήμα της ζωής του κόβεται πρόωρα και η σπουδαία και διαχρονική φωνή του σιγεί στις 8 Φεβρουαρίου του 1980.

«Ο Νίκος βάδισε με λεβεντιά προς τον θάνατο. Όταν έφυγε όλη η Ελλάδα ήταν όρθια και έκλαιγε. Δεν έχει γεννηθεί άνθρωπος σαν τον Νίκο», λέει ο αδερφός του Ψαραντώνης, επίσης γνωστός λυράρης.

Δισκογραφία

Μια μαυροφόρα που περνά (1958)
Ανυφαντού (1969)
Ο Ψαρονίκος (1970)
Μαντινάδες και χοροί (1970)
Χρονικό (1970)
Ριζίτικα (1971)
Διάλειμμα (1972)
Ιθαγένεια (1972)
Διόνυσε καλοκαίρι μας (1972)
Ο τροπικός της Παρθένου (1973)
Ο Ξυλούρης τραγουδά για την Κρήτη (1973)
Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους Αγάπανθους (1973)
Περήφανη ράτσα (1973)
Ακολουθία (1974)
Το μεγάλο μας τσίρκο (1974)
Παραστάσεις (1975)
Ανεξάρτητα (1975)
Κομέντια, η πάλη χωρικών και βασιλιάδων (1975)
Καπνισμένο τσουκάλι (1975)
Τα που θυμούμαι τραγουδώ (1975)
Κύκλος Σεφέρη (1976)
Ερωτόκριτος (1976)
Η συμφωνία της Γιάλτας και της πικρής αγάπης (1976)
Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι (1977)
Τα ερωτικά (1977)
Τα Ξυλουρέικα (1978)
Τα αντιπολεμικά (1978)
Σάλπισμα (1978)
14 χρυσές επιτυχίες (1978)

Μετά Θάνατον δισκογραφία

Τελευταία ώρα Κρήτη (1981)
Νίκος Ξυλούρης (1982)
Πάντερμη Κρήτη (1983)
Ο Δείπνος ο μυστικός (1984)
Σταύρος Ξαρχάκος: Θεατρικά (1985)
Ο Γιάννης Μαρκόπουλος στον ελληνικό κινηματογράφο (1988)
Η συναυλία στο Ηρώδειο 1976 (1990)
Το χρονικό του Νίκου Ξυλούρη (1996)
Νίκος Ξυλούρης (2000)
Η ψυχή της Κρήτης(2002)
Ήτανε μια φορά…(2005)
Του Χρόνου Τα Γυρίσματα (2005)

Πηγές: Wikipedia, tvxs.gr, mixanitouxronou.gr, sansimera.gr

Keywords
Τυχαία Θέματα