Γιάννης Φιλιππίδης: Oνειρεύομαι χωρίς να φοβάμαι να ρισκάρω.

«Ο Απρίλης στάθηκε αλήτης» αυτός είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του Γιάννη Φιλιππίδη. Απρίλης, ο μήνας που ορίζεται από τα μωβ χρώματα της Μεγάλης Εβδομάδας, την λεπτεπίλεπτη, διακριτική μυρωδιά της πασχαλιάς, για τον συγγραφέα είναι φλογάτος, κατακόκκινος, όπως οι παπαρούνες που στολίζουν το εξώφυλλο του μυθιστορήματος.

Ο Απρίλης δίνει το στίγμα του και η ηρωίδα του αφηγήματος, κάνει μία μεγάλη «αλητεία», μία μεγάλη «περιπλάνηση» στα πεπραγμένα της ζωής της. Μετράει, υπολογίζει, βρίσκει τα λάθη, τις αιτίες και το κουράγιο

για τις μεγάλες αποφάσεις που οδηγούν σε ανατροπές.

Η Στέλλα «αλητεύει – περιπλανιέται» στα κατατόπια που έχει ήδη διανύσει και ...

Είναι άραγε «αλήτης» ο Απρίλης ή μήπως όλοι κουβαλάμε μέσα μας έναν περιπλανώμενο;

Σε αυτό το ερώτημα δε θα απαντήσει ο Γιάννης Φιλιππίδης, αλλά όλοι εμείς οι αναγνώστες.

Συνέντευξη: Βάσω Παπαδοπούλου

Culturenow.gr: Έχουμε στα χέρια μας το έβδομο βιβλίο σας. Μια ιστορία που κυλάει σε 30 ώρες. Γιατί; Τι θέλατε να μας δείξετε;

Γιάννης Φιλιππίδης: Αν ήταν εφικτό, ίσως και να χρειαζόμουν και λιγότερες από 30 ώρες φυσικού χρόνου. Η αρχική μου σύλληψη είναι ότι μια γυναίκα στο δρόμο της ηλικιακής και συναισθηματικής ωρίμανσης, οδηγείται σε μια απόφαση, που ανατρέπει το παρόν της οριστικά, προς το καλύτερο. Καθένας από μας έχει κατά τη γνώμη μου, το δικό του προσωπικό ρολόι. Η ίδια, θα σπάσει πολλές φορές μέσα σε τριάντα ώρες το φράγμα του χρόνου, ευτελίζοντας ή άλλοτε πάλι μηδενίζοντας την αξία του, αποδίδοντάς του τα εύσημα, μονάχα για την ώριμη οπτική με την οποία την προίκισε ν’ αντιλαμβάνεται αλλιώς τον κόσμο γύρω της. Γιατί αυτό που θέλησα να καταδείξω περισσότερο, είναι πως για όλους και όλες μας έρχεται κάποτε ο καιρός των καλύτερών μας αποφάσεων. Κι έρχεται απρόβλεπτα συχνά, η στιγμή που μπορούμε ν’ αλλάξουμε τη ζωή μας με μια φυσική σκέψη, που διαρκεί όσο κι ένα πετάρισμα των βλεφάρων. Αρκεί, να ’χει έρθει, η σωστή στιγμή».

Cul. N.: Τρεις γυναίκες. Τι είναι για σας η Ζωή;

Γ. Φ.: Τρεις γυναίκες συν άλλη μία γκεστ, η απερίγραπτη ξαδέλφη και θεία, η Λουίζα. Οι δυο γυναίκες είναι οι κόρες. Και τι μας μένει; Η μάνα, η γενεσιουργός αιτία για να υπάρξει η οικογένεια, τα παιδιά, όσα δημιουργούν τις προϋποθέσεις για να υπάρξει μια μυθιστορία, που μπορεί να μοιάζει στ’ αλήθεια με πολλές πραγματικές ζωές. Τ’ όνομά της δεν επιλέχθηκε τυχαία. Είναι η μάνα, που θέλει να έχει τον έλεγχο των καταστάσεων γύρω της, αυτή που πάλεψε να νουθετήσει τις κόρες της με συντεταγμένες. Άσχετα αν αυτό στη ροή ενός τέτοιου μυθιστορήματος, φτάνει να προκαλεί αβίαστα το γέλιο. Γιατί όσο ισχυρή κι αν είναι σαν προσωπικότητα μια μάνα, σπάνια καταφέρνει να δει στην πράξη τα κοινωνικά κλισέ της ν’ αναπαράγονται, κι ούτε που θα ’πρεπε δηλαδή. Αλλά τελικά, ίσως καταλήγει να εκφράζει σ’ όλες του τις εκφάνσεις, το ρήμα νοιάζομαι.

Cul. N.: Ποια θεωρείτε πως είναι η ηρωίδα του βιβλίου σας;

Γ. Φ.: Αναμφισβήτητα η Στέλλα, έτσι κι αλλιώς στο μεγαλύτερο κομμάτι του βιβλίου, βλέπουμε τα πάντα μέσα από την δική της οπτική, την δική της ψυχή αφουγκραζόμαστε. Όλα είναι στο μυαλό της κι όλα είναι εφικτά, αν εκείνη είναι έτοιμη ν’ αποφασίσει σωστά, αντίθετα από κάθε κοινωνική ίσως λογική. Είναι ένα πρόσωπο, που δεν ζει για την γνώμη των άλλων. Κι αυτή η επιλογή της, την κάνει βεβαιωμένα, την πιο σημαντική.

Cul. N.: Οι μνήμες και οι αναμνήσεις της Στέλλας, δίνουν ρυθμό στην αφήγηση. Είναι σύμβολο η γυναίκα αυτή;

Γ. Φ.: Νομίζω ότι πρέπει να σας εμπιστευθώ ένα συγγραφικό μυστικό: όταν ένας άντρας συγγραφέας ερωτευθεί στη ροή της συγγραφής την ηρωίδα του σα να ’ναι πρόσωπο υπαρκτό, την προσέχει περισσότερο, βουλιάζει μέσα της, ακούει τον σφυγμό της. Όταν ξεκινάς ένα μυθιστόρημα, ίσως και να μη το ξέρεις. Αλλά κάποια τέτοια πρόσωπα, ξεπροβάλλουν πιο μπροστά και για τον συγγραφέα, αλλά και για τον αναγνώστη. Ίσως γιατί, στην πορεία της αφήγησης της ζωής τους, συγκεντρώνουν χαρακτηριστικά υπερηρωίδων, των οποίων η ειλικρίνεια στα συναισθήματα και τις αποφάσεις, αξίζει ίσως να δώσει αλλιώτικο άνεμο ελευθερίας στη σκέψη κι είναι ό,τι περισσότερο έχει νόημα να κρατήσει ο αναγνώστης. Πως η ζωή, όσο κι αν δε μπορούμε κάποιες φορές να το δούμε, επιφυλάσσει ανατροπές, που μπορούν ν’ αλλάξουν τη ροή των μελλοντικών γεγονότων, αρκεί να ’μαστε έτοιμοι γι’ αυτές τις ανατροπές. Η Στέλλα έχει το χάρισμα μιας νικήτριας. Κι αυτό, αναμφίβολα την κάνει σύμβολο, ίσως και πρότυπο.

Cul. N.: Οι αντρικοί χαρακτήρες, πλαισιώνουν τις ηρωίδες. Ο πατέρας της Στέλλας, το είδος εκείνο του πατέρα-προστάτη, ο άνθρωπος που δείχνει να αφήνει τα ηνία της οικογένειας στη γυναίκα του. Έτσι είναι;

Γ. Φ.: Έτσι θέλει ν’ αφήσει τη γυναίκα του να πιστεύει ένας τέτοιος πατέρας και σύζυγος. Στην πραγματικότητα, όσο πρωταγωνιστές και να ’μαστε οι άντρες, το γυναικείο φύλο κλέβει πάντα το φως και τα περισσότερα γκρο πλαν, όταν σταθεί δίπλα μας. Ο μειλίχιος κύριος Αλέκος, αφήνει τη γυναίκα του να διατηρεί φαινομενικά τον έλεγχο, διαφορετικά θα ‘χε αξιωθεί να τη δει με ζουρλομανδύα, γιατί μια γυναίκα και μάνα σα τη Ζωή δε τιθασεύεται εύκολα, απαιτεί τον έλεγχο, η έννοια πραξικόπημα πλάι της, χάνει την αξία της. Αλλά ο άντρας σύντροφος και πατέρας είναι πάντα εκεί, να παλέψει για την ισορροπία στο νου των τριών γυναικών, που αποτελούν την ζωή του την ίδια.

Cul. N.: Τι είναι αυτό που απελευθερώνει τον συγγραφέα Γιάννη Φιλιππίδη και τον ωθεί σε ένα νέο βιβλίο;

Γ. Φ.: Η βεβαιότητα ότι υπάρχει πίσω μου ένα κοινό, που θα στηρίξει με την αγορά και τη διάδοση κάθε πρωτότυπου ή παράξενου σχεδίου μαθήματος, μου δίνει την ασφάλεια να ονειρεύομαι χωρίς να φοβάμαι να ρισκάρω. Αλλά κάθε νέο βιβλίο, κρύβει πίσω του μια μεγάλη συναισθηματικού τύπου παραγωγή, που ελάχιστα υποπτεύεται ο αναγνώστης. Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να τακτοποιήσεις την ανάγκη σου για συγγραφή ανάλογα με το δικό σου θυμικό, που αλλάζει ανά εποχές, να νιώσεις τη φλόγα μιας καινούργιας ιδέας. Αν αυτή σε βασανίσει για κάποιο διάστημα, κάποτε έρχεται η στιγμή που λες ότι φτάνει, δεν κρατιέται άλλο στο νου το υλικό που έχεις μαζέψει. Κι ένα καινούργιο περιπετειώδες ταξίδι με τη συγγραφή, ξεκινάει· και τότε, δύσκολα σταματά η ροή της γραφής, ακόμα κι αν γύρω σου αλλάζουν οι εποχές, χωρίς καν να προλαβαίνεις να τ’ αντιληφθείς.

Cul. N.: Πόσο έχουν επηρεάσει τη συγγραφή σας, οι εκδοτικές υποχρεώσεις σας;

Γ. Φ.: Η ευθύνη των εκδόσεων και των αποφάσεων ενός ολοδικού μας εκδοτικού λογότυπου, δεν έχει επηρεάσει ούτε το ρυθμό, ούτε την επαναληπτικότητα του να παρουσιάζω κάθε τόσο κάτι αλλιώτικο, καινούργιο. Άλλαξαν οι χρόνοι, οι συνθήκες, επιφορτίστηκα μ’ ένα πλήθος άλλων δράσεων, που δεν αφορούν τη ζωή ενός κοινού συγγραφέα. Αλλά συμβαίνει να μην αντέχω να ‘μαι από τους ανθρώπους που ξεχνιούνται και παίρνουν μεγάλες αποστάσεις από βιβλίο σε βιβλίο. Έτσι, τα επόμενα σχέδια μαθήματος, τρέχουν συνεχώς μέσα μου, ακόμα κι αν ταξιδεύω με αφορμή τις παρουσιάσεις βιβλίων. Όταν ωριμάσει ο καιρός, παίρνω το χρόνο μου στην απομόνωση, το μοναχισμό και την καθολική αφιέρωση, που χρειάζεται ένας συγγραφέας για να αποδώσει –άγνωστο συχνά το πότε- ένα νέο μυθιστόρημα σαν τον «Απρίλη» ή ένα βιβλίο με σπονδυλωτά πεζά σαν το «Ζωή με λες» με την ευθύνη της υπογραφής του.

Cul. N.: Υπάρχει συγγραφική καταξίωση μέσα από επτά βιβλία;

Γ. Φ.: Αν φανείς αντάξιος των περιστάσεων και ταυτόχρονα τυχερός να διακριθείς από το πλήθος των χειρογράφων σ’ έναν εκδοτικό οίκο, φρονώ ότι αυτό μπορεί να επιτευχθεί και με λιγότερα από τα μισά βιβλία απ’ όσα αναφέρατε. Κάπως έτσι συνέβη με μένα, η τύχη έπαιξε έναν ευνοϊκό ρόλο, με τα χρόνια η αναγνωρισιμότητα δε σταμάτησε ποτέ να μου προκαλεί έκπληξη σε μια χώρα που διαβάζει λίγο και κάνει αστέρες, τραγουδιστές, τηλεπαρουσιαστές ή πολιτικούς κομήτες. Όση αποδοχή κι αν νιώσει ένας συγγραφέας, είναι καλό να συνεχίζει να πατάει σταθερά τα πόδια του στο γήινο φλοιό.

Cul. N.: Ποιο είναι το «αγαπημένο σας παιδί»;

Γ. Φ.: Θ’ απαντήσω με το χειρότερο κλισέ: το τελευταίο μου, το πιο μωρό και ταυτόχρονα ίσως το πιο ώριμο για μένα. Είναι ο «Απρίλης» που πλημμύρισε με παπαρούνες τα βιβλιοπωλεία.

Cul. N.: Τι να περιμένουμε ως όγδοο πόνημα;

Γ. Φ.: Είναι ένα θεατρικό έργο, που γράφτηκε τον περσινό χειμώνα, αλλά θα εκδοθεί ταυτόχρονα με το ανέβασμά του στη σκηνή, γιατί ενέχει το στοιχείο του αιφνιδιασμού κι ο θεατής πρέπει πρώτα να το δει σε ροή παράστασης. Κι αν τ’ αγαπήσει αρκετά, ας κρατήσει ένα αντίτυπο του σεναρίου του. Πρόκειται για «Το ασανσέρ των οκτώμισι», ένα προκλητικά γρήγορο σενάριο, πάνω σε δυο ρόλους, έναν αντρικό κι έναν γυναικείο, δυο ανθρώπων που εγκλωβίζονται σ’ ένα ασανσέρ. Και στη ροή του, οι δυο ήρωες που δείχνουν απ’ αλλού και γι’ άλλα φερμένοι ο καθένας, έχουν πολλά κοινά να μοιραστούν.

Επικοινωνήστε με τον συγγραφέα: https://www.facebook.com/Yannis.Filippidis.anemosekdotiki?fref=ts

Keywords
Τυχαία Θέματα