Fuse Review

Η ιστορία του Fuse μοιάζει πολύ με αυτή του πρώτου Borderlands. Μόνο που συνέβη τούμπαλιν. Θυμίζω: το Borderlands αφού είχε εξαφανιστεί μετά την αρχική ανακοίνωση του, μερικά χρόνια μετά επανήλθε με εντελώς διαφορετικά γραφικά και τη δική του, ξεχωριστή προσωπικότητα. Το Fuse λοιπόν, ξεκίνησε ως Overstrike, ένα shooter με τέσσερις πρωταγωνιστές, ο καθένας με ξεχωριστές ικανότητες στη μάχη, και με χαριτωμένα γραφικά που ξέφευγαν από τις αυστηρές επιταγές του ρεαλισμού. Ένα χρόνο μετά, κατά τη διάρκεια του οποίου η Insomniac τηρούσε σιγή ιχθύος, το παιχνίδι επανεμφανίστηκε ως Fuse, με πιο σοβαρούς

χαρακτήρες, πιο σοβαρή ιστορία και με ένα στιλ γραφικών πολύ διαφορετικό από αυτό που είδαμε στο πρώτο trailer.

Τόσο μεγάλες αλλαγές κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης σχεδόν πάντα είναι κακοί οιωνοί για το παιχνίδι. Ενώ όμως το Borderlands ήταν η εξαίρεση στον κανόνα, το Fuse τον επιβεβαιώνει. Γιατί πολύ απλά, το ταλαιπωρημένο αυτό παιχνίδι δεν καταφέρνει να ξεχωρίσει σε απολύτως κανέναν τομέα. Κάπως ειρωνικά θα έλεγα, εφόσον δε θα συναντήσετε κάποια ανυπόφορη κατάσταση στις επτά με οκτώ ώρες που θα σας απασχολήσει, ούτε θα εκνευριστείτε με το συνολικό gameplay. Θα έλεγα μάλιστα πως το Fuse δανείζεται τις πιο ενδιαφέρουσες ιδέες από παιχνίδια όπως το Gears of War, το Clive Barker’s Jericho ή το έτερο shooter της Insomniac, το Resistance, αλλά δεν καταφέρνει να τις υλοποιήσει σωστά σε καμία περίσταση.

Το Fuse αφηγείται την ιστορία της ομάδας Overstrike 9, που απαρτίζεται από τέσσερις επίλεκτους μισθοφόρους. Ο Dalton, η Izzie, η Naya και ο Jacob, επισκέπτονται τη βάση Hyperion του αμερικάνικου στρατού, για να ερευνήσουν τη ξαφνική σιγή ασυρμάτου. Στη βάση αυτή, οι πρωταγωνιστές ανακαλύπτουν πως γίνονται πειράματα με το εξωγήινο στοιχείο fuse, που έχει την τάση να συνδέεται σε μοριακό επίπεδο με τα στοιχεία του περιοδικού πίνακα. Με τα πολλά, οι τέσσερις της ομάδας καταλήγουν να έχουν εξελιγμένα όπλα με καύσιμο το fuse και βρίσκονται στο επίκεντρο μίας μεγάλης σκευωρίας στην οποία εμπλέκεται η αντίπαλη μισθοφορική εταιρία Raven, μία πανάρχαια μυστική οργάνωση ονόματι Order of the Grigori, και πολλοί τόνοι ασταθούς fuse, έτοιμοι να αφανίσουν την ανθρωπότητα.

Η τετράδα των πρωταγωνιστών. Πέρα από αυτόν που ελέγχετε οι υπόλοιποι βρίσκονται μόνιμα σε κάλυψη.

Όπως καταλαβαίνετε, το σενάριο του παιχνιδιού έχει μία άλφα δυναμική. Ειδικά με την εμπλοκή του Order of the Grigori, θα μπορούσε τουλάχιστον να υπάρχει ένα πάτημα στις διάφορες θεωρίες συνωμοσίας. Το Fuse όμως σπαταλάει υπερβολικά πολύ χρόνο σε μια αδιάκοπη μάχη με τους (πανομοιότυπους) μισθοφόρους της Raven, δίνοντας έτσι πολύ λίγο περιθώριο στην όποια ιστορία να πάρει το δρόμο της. Υπό ιδανικές συνθήκες, αυτό δε θα επηρέαζε την ανάπτυξη των ιστοριών των τεσσάρων χαρακτήρων, αλλά το παιχνίδι δεν καταφέρνει να εξερευνήσει ούτε αυτά τα μονοπάτια. Και μου φαίνεται κάπως ύποπτο, αφού από την πρώτη κιόλας ώρα, υπάρχουν διάφορες νύξεις για το παρελθόν των ηρώων. Ποτέ όμως δε σας δίνεται η ευκαιρία να μάθετε πιο εμπεριστατωμένα τί συνέβη στους τέσσερις πρωταγωνιστές πριν γίνουν μέλη της Overstrike, πέρα από την ύπαρξη κάποιων σκόρπιων intel files στα επίπεδα του παιχνιδιού.

Κάπου εδώ εντοπίζεται το επόμενο αδύναμο σημείο σημείο του Fuse: τα επίπεδά του. Είναι όλα τους τόσο κοινότυπα, και τόσο προβλέψιμα, που απορώ αν έχει περισσέψει στην Insomniac έστω και λίγο ίχνος φαντασίας για κάτι άλλο πέρα από τα όπλα. Μικρού μήκους διάδρομοι που απλά ενώνουν τις αρένες, οπού αντιμετωπίζετε τους άλλους μισθοφόρους. Το παιχνίδι ποτέ δε φτάνει σε "θρασύτητα" το campaign του Gears of War: Judgment όσον αφορά τη λογική του base defending, αλλά είναι ουσιαστικά αυτό. Φτάνετε στην μία βάση, επιτίθεστε στους μισθοφόρους που την υπερασπίζονται ή αμύνεστε εναντίον των μισθοφόρων που σας επιτίθενται, και όταν επικρατήσετε, πηγαίνετε στην επόμενη. Αυτό, επί επτά ώρες στον μεσαίο βαθμό δυσκολίας. Αν είστε από τους παίκτες που βγάζουν τα παιχνίδια... μονορούφι, μετά από ένα σημείο η όλη διαδικασία θα σας φανεί επίπονη ή, έστω, αφόρητα βαρετή. Αν όχι, τότε ίσως σχηματίσετε μια καλύτερη άποψη για τη λογική του single-player.

Αλλά και πάλι ίσως όχι, αφού το πιο καίριο σημείο του παιχνιδιού (αν παίζετε σόλο) είναι μια καταστροφή. Μιλάω για την AI των συντρόφων σας. Αντίθετα με παιχνίδια που έχουν προχωρημένο προγραμματισμό όσον αφορά τους συμμάχους, στο Fuse οι υπόλοιποι τρεις της ομάδας σας υπάρχουν απλά για να σας αναζωογονούν όταν πέσετε και για να κρύβονται πίσω από κάποια κάλυψη όταν δεν τους χρησιμοποιείτε. Αντιμετωπίζετε τους μισθοφόρους της Raven ουσιαστικά μόνοι σας, αφού βοήθεια από τους άλλους έχετε πολύ σπάνια, και όταν αυτή έρθει, προσφέρει πολύ λίγο συγκριτικά με το πλήθος των εχθρών ή τη δύναμή τους. Στα ίδια επίπεδα, αλλά κάπως πιο ανεπτυγμένη είναι και η AI των εχθρών. Στο σόλο επικεντρώνονται σχεδόν αποκλειστικά πάνω σας (κάτι που εξομαλύνεται στο co-op) και σπάνια φεύγουν από την κάλυψη τους για να έχουν καλύτερο στόχο ή να σας προκαλέσουν να βγείτε εσείς από την κάλυψη.

Η Naya έχει την ικανότητα να γίνεται αόρατη. To μόνο στοιχείο που την ξεχωρίζει από τους άλλους.

Σα να μην αρκούσαν τα παραπάνω για να περιορίσουν το παιχνίδι στη σφαίρα της μετριότητας, η σημαντικότερη ιδιαιτερότητα του, η δυνατότητα να χειρίζεστε όποιο μέλος της τετράδας θέλετε ανά πάσα στιγμή, πέφτει στο κενό. Καταρχήν, κάποια γεγονότα. Κάθε χαρακτήρας έχει το δικό του όπλο βασισμένο στο fuse και μπορεί παράλληλα να έχει και συμβατικά πυρομαχικά. Τα όπλα με fuse είναι όντως ευφάνταστα και ποικίλα. Το όπλο της Izzie για παράδειγμα, αντί για σφαίρες, πετάει melanite, ένα προηγμένο υλικό που κρυσταλλώνει τους εχθρούς. Το όπλο της Naya προκαλεί μικρές μαύρες τρύπες αν βρει στόχο. Τα όπλα των άλλων δύο είναι λιγότερο ενδιαφέροντα, με ένα sniper και με μία φορητή ασπίδα. Επίσης, κάθε χαρακτήρας έχει τη δική του σειρά αναβαθμίσεων, που γίνονται διαθέσιμες με level up για τον καθένα ξεχωριστά.

Οι αναβαθμίσεις αυτές είναι περίπου ίδιες και για τους τέσσερις. Πολύ λίγες είναι αυτές που διαφοροποιούν τον ένα από τον άλλο και σας δίνουν ένα κίνητρο για να επενδύσετε πάνω σε κάποιον ήρωα. Εκτός από αυτό, υπάρχει γενικά μια αίσθηση πως όταν θα μεταπηδάτε από τον έναν πρωταγωνιστή στον άλλον, θα το κάνετε αποκλειστικά και μόνο γιατί τελείωσαν τα πυρομαχικά στον προηγούμενο, ή απλά θέλετε να χρησιμοποιήσετε το τάδε όπλο. Γενικά, δεν υπάρχουν άλλες διαφορές. Ο Dalton, που έχει το όπλο-ασπίδα, κινείται τόσο σβέλτα όσο η Naya, που θεωρείται η δολοφόνος του γκρουπ. Χρησιμοποιώντας το sniper του Jacob δεν έχετε κανένα πρόβλημα να αντιμετωπίσετε ορδές εχθρών, κάτι για το οποίο προσφέρεται το όπλο της Izzie. Συνολικά, αυτό που είχε καταφέρει άψογα το κατά τ' άλλα μετριότατο Jericho, δηλαδή κάθε μέλος της ομάδας να έχει τη δική του προσωπικότητα, διαφεύγει από το Fuse, που και λιγότερους ήρωες έχει και υποτίθεται πως οι δημιουργοί του έχουν περισσότερη εμπειρία.

Αν το παιχνίδι είναι απλά μέτριο παίζοντας σόλο, τότε έχει απλά ενδιαφέρον αν παίζετε co-op. Κάθε ένας από τους έως τέσσερις παίκτες διαλέγει έναν χαρακτήρα και η συνεργασία μεταξύ τους αλλά και με τα όπλα, προσφέρει κάτι πιο ευχάριστο από την αδιάφορη εμπειρία του single-player. Κατά καιρούς, οι ιδιότητες δύο όπλων συνδυάζονται, προσφέροντας έτσι πιο εντυπωσιακά εφέ, και σαφώς, περισσότερα XP για level up, ενώ οι μάχες που σας φαίνονταν υπερβολικά μακροσκελείς αν παίζατε μόνοι, εξισορροπούνται όταν έχετε παρέα. Βέβαια, το παιχνίδι έχει πουλήσει ελάχιστα, οπότε το να βρείτε άλλους παίκτες με συγκεκριμένα κριτήρια είναι μάλλον ακατόρθωτο. Αν βάλετε κάθε κριτήριο στην επιλογή “random” κατά το matchmaking και είστε τυχεροί, ίσως βρείτε κάποιον.

Το επίπεδο στην Ινδία είναι από τα πιο ξεχωριστά του παιχνιδιού.

Τα γραφικά είναι το καλύτερο σημείο του Fuse. Παρότι το παιχνίδι δεν είναι τόσο όμορφο όσο ένα Crysis ή τόσο εντυπωσιακό όσο ένα Killzone, τα γραφικά του είναι αξιοπρεπέστατα. Τα μοντέλα των πρωταγωνιστών είναι λεπτομερή και δουλεμένα, όπως και αυτά των εχθρών, ειδικά των ρομποτικών. Βέβαια, η ποικιλία αυτών, όπως προανέφερα, βρίσκεται στα επίπεδα του πρώτου F.E.A.R. για όποιον θυμάται, δηλαδή μιλάμε για πέντε με έξι μοντέλα εχθρών συνολικά στο παιχνίδι. Τα περιβάλλοντα είναι επίσης καλά δομημένα, αν και επαναλαμβάνονται υπερβολικά συχνά. Από την άλλη μεριά, ο ήχος είναι μέτριος. Η μουσική υπόκρουση δεν κάνει καμμία εντύπωση (προσωπικά ούτε που τη θυμάμαι), ενώ οι φωνές των χαρακτήρων είναι τυπικές. Οι ηθοποιοί που τους ενσαρκώνουν κάνουν καλή δουλειά, αλλά οι ατάκες της τετράδας διατυπώνονται απλά για να σπάει ο συνεχόμενος ήχος των όπλων.

Ποτέ δεν θα μάθουμε πώς ακριβώς ήταν το Fuse στην αρχική του μορφή. Το σίγουρο είναι ότι κατέληξε να αποτελεί τον ορισμό της μετριότητας. Σε μια αγορά που έχει κατακλυστεί από τέτοιου είδους παιχνίδια, η αγορά του Fuse μου φαίνεται μια παντελώς αψυχολόγητη κίνηση. Προσφέρει λίγα πράγματα, τα οποία μπορείτε να βρείτε σε άλλους, καλύτερους τίτλους.

Ενδιαφέροντα όπλαΌμορφα γραφικάΈχει καλές ιδέες......που αποτυγχάνει εντελώς να τις εφαρμόσειΑπογοητευτική AI συμμάχωνΔεν έχει κόσμο onlineΑνέμπνευστοι πρωταγωνιστέςΑδιάφορα επίπεδαΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 5.5

ΠΛΑΤΦΟΡΜΑ:PS3 (review), Xbox 360ΑΝΑΠΤΥΞΗ:InsomniacΕΚΔΟΣΗ:EAΔΙΑΘΕΣΗ:CD MediaΕΙΔΟΣ:3rd-person shooterΠΑΙΚΤΕΣ:Single-player, multiplayerΕΠΙΣΗΜΟ SITE:http://www.insomniacgames.com/games/fuse/HM. ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑΣ:31/5/2013PEGI:18

Game20.gr, το Άσυλο των gamers

Keywords
Τυχαία Θέματα