Necrophosis: Full Consciousness | Review

Η αλήθεια είναι ότι η ελληνική σκηνή ανάπτυξης βιντεοπαιχνιδιών θα μπορούσε ενδεχομένως να χαρακτηριστεί νεογνή. Σίγουρα πάντως δεν έχει το εκτόπισμα άλλων μεγαλύτερων αγορών του εξωτερικού. Τουλάχιστον όχι ακόμα, καθώς σύγχρονες και ελπιδοφόρες προσπάθειες όπως το Necrophosis: Full Consciousness, το νέο horror adventure που έρχεται δια χειρός ενός Έλληνα δημιουργού – του Άρη Δραγώνη και της ομάδας του, της Dragonis Games

– μπορεί να δημιουργήσει ελπίδες για μια ισχυρότερη και πιο ενεργή σκηνή στη χώρα μας.

Αν το The Shore, ο προηγούμενός τίτλος του δημιουργού και συνάμα ντεμπούτο της Dragonis Games στον χώρο, υπήρξε η πρώτη προσπάθεια να σταθεί και να κάνει τα πρώτα της βήματα, το Necrophosis έρχεται ως κυκλοφορία να ισχυροποιήσει την θέση της σκηνή και να παγιώσει την εικόνα της ως δημιουργό σύγχρονων και φιλόδοξων παραγωγών που μπορούν να σταθούν επάξια στα stores μεγάλων platform holders όπως η Sony και το PSN.

Τέτοιες προσπάθειες από μόνες τους αξίζουν την προσοχή μας. Πόσο μάλλον όταν αυτές καταπιάνονται με τόσο ιδιάζοντα και απαιτητικά είδη όπως το horror adventure και δη όταν τα θέματα που εξερευνούν αφορούν το γκροτέσκο, το αλλόκοτο και το τερατώδες. Ωστόσο, το ερώτημα τίθεται στο αν η ενδιαφέρουσα θεματική με την ιδιαίτερη αισθητική ταυτότητα και την αξιέπαινη ελληνική “καταγωγή” είναι αρκετά στοιχεία ώστε να καταστήσουν το Necrophosis έναν τίτλο που αξίζει να ασχοληθούμε παραπάνω μαζί του.

Ας πιάσουμε, όμως, τα πράγματα από την αρχή. Η αρχή του Necrophosis μάς βρίσκει στον ρόλο του Consciousness, μιας οντότητας που ξυπνά στην ομώνυμη με τον τίτλο ερημωμένη, μακάβρια και εφιαλτική διάσταση, στην οποία οι ψυχές παραμένουν εγκλωβισμένες να περιφέρονται ως κενά κουφάρια σε αιώνιο μαρτύριο και απόγνωση. Ο κόσμος του παιχνιδιού, γεμάτος ερημώδεις και βραχώδεις εκτάσεις, σκοτεινούς ουράνιους ορίζοντες και φρικώδεις υπάρξεις, μοιάζει με αλλόκοτο εφιαλτικό νεκροταφείο. Στόχος μας δεν είναι άλλος από το να διασχίσουμε και να καταφέρουμε να ξεφύγουμε από τη διάσταση αυτή.

Παρά το γεγονός ότι ο τίτλος αυτοπροσδιορίζεται ως horror adventure, στην πραγματικότητα υπάγεται και ανήκει ολοκληρωτικά και αμετάκλητα στο είδος των walking simulators. Για την ακρίβεια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι το Necrophosis είναι η επιτομή αυτού που αποκαλούμε “διαδραστική εμπειρία”. Η ουσία και το βάρος του πέφτουν ως επί το πλείστον στο επιβλητικό οπτικό αποτέλεσμα και στον μεγαλειώδη σχεδιαστικό αισθητικό τομέα, με το gameplay να έρχεται σε δεύτερη μοίρα.

Πρακτικά, ο κύριος χρόνος του Necrophosis μοιράζεται μεταξύ της περιήγησης στον κόσμο του και της επίλυσης γρίφων μέσα σε αυτόν. Τα περιβάλλοντα που θα περιπλανηθείτε είναι αρκετά μεγάλα και απλωμένα αλλά ο σχεδιασμός τους παραμένει γραμμικός. O τίτλος στοχεύει στην απόδοση μιας αφηγηματικής εμπειρίας μέσω της διάδρασής μας με διαφόρους NPCs που στοιχειώνουν τις μακάβριες κοιλάδες της Necrophosis, αλλά και με την ύπαρξη διάσπαρτων σημειωμάτων με πληροφορίες για τον κόσμο και τους χαρακτήρες του.

Η πρόοδος στον τίτλο απαιτεί εξερεύνηση, αναζήτηση αντικειμένων σε κάθε γωνιά και αλληλεπίδραση με τις διάφορες φρικώδεις μορφές και τα γκροτέσκα αντικείμενα που θα βρείτε στο διάβα σας, και μάλιστα χωρίς σχεδόν καμία καθοδήγηση. Βέβαια, γρήγορα γίνεται αντιληπτό ότι η δομή του κόσμου αποτελείται από γραμμικές κλειστές περιοχές, στις οποίες η περιήγηση δύσκολα θα μας θέσει εκτός προσανατολισμού, αλλά και πάλι η εμπειρία δεν είναι και τόσο κακή κυρίως λόγω του επιβλητικού οπτικού τομέα του Necrophosis.

Δυστυχώς, όμως, όλα τα παραπάνω αφηγηματικά στοιχεία είναι “θαμμένα” κάτω από υπερβολικές αφηγήσεις, γεμάτες ασαφής έννοιες, πομπώδεις διατυπώσεις, γενικές ιδέες και αοριστολογίες. Πρακτικά, ό,τι και αν θελήσει ποτέ να πει το παιχνίδι, θα το πει υπό τη μορφή ενός γενικού φιλοσοφικού στοχασμού και μιας συμβολικής προσέγγισης, που σπάνια καταλήγει σε κάτι συγκεκριμένο ή ουσιαστικά απτό για τον παίκτη.

Σε θεωρητικό επίπεδο, αυτό δεν είναι κάτι απαραίτητα κακό, καθώς εν τέλει για αυτό πολλοί εξ ημών παίζουμε videogames – για το μήνυμα που περνάει ο κάθε δημιουργός μέσα από την ιστορία που αφηγείται στα παιχνίδια του. Όμως, το μήνυμα αυτό για να βρει δέκτη πρέπει να υπάρχει πρώτα μια ιστορία (και ακόμα πιο σημαντικό, να υπάρχει παιχνίδι) και δυστυχώς στο Necrophosis οι δημιουργοί λίγο ασχολήθηκαν με την ανάπτυξη πλοκής και ιστορίας και πολύ περισσότερο με τα μηνύματα και τα ερωτήματα που ήθελαν να θέσουν πίσω από αυτά.

Πρωτότυπο και αξιέπαινο για μια ομάδα να καταπιάνεται με θέματα όπως η μεταφυσική, η έννοια του σύμπαντος και ο σκοπός της ύπαρξης – και μάλιστα έχοντας κάτι να πει και να προσφέρει στην κουβέντα για αυτά – ωστόσο η ουσία ενός πραγματικά καλού παιχνιδιού έγκειται στο να μας ωθήσει να αντιληφθούμε τα παραπάνω μόνοι μας, όχι να μας τα πει. Μέσω διάδρασης, όχι μέσω ανάγνωσης. Το lore που χτίζεις ως δημιουργός, ο κόσμος σου, οι χαρακτήρες που διάλεξες να δημιουργήσεις και να πρωταγωνιστήσουν στην ιστορία που θες να αφηγηθείς, αποδυναμώνονται αναπόφευκτα όταν ό,τι συμβαίνει και λέγεται στο παιχνίδι λειτουργεί περισσότερο ως πρόσχημα για μια ποιητική ή φιλοσοφική αλληγορία παρά ως πλοκή.

Το παραπάνω είναι που, άθελα της ομάδας ανάπτυξης, εναντιώνεται ακόμα και στη θεωρητική και τυπική στόχευση του Necrophosis για horror φύση. Ενώ τα αισθητικά στοιχεία υπάρχουν, ο σχεδιασμός είναι δουλεμένος με λεπτομέρεια και μεράκι και οι ιδέες είναι συμπαγείς και πιστές στην απόδοση της φρίκης που θέλουν να πετύχουν, το όλο αίσθημα πάει περίπατο όταν σχεδόν ποτέ δεν καταλαβαίνουμε αν πρέπει η Consciousness, η οντότητα που χειριζόμαστε, να φοβάται κάποιον ή κάτι.

Αν υπάρχει πραγματική απειλή για αυτήν. Δεν ξέρουμε. Δεν μας νοιάζει. Δεν εμβυθιζόμαστε ποτέ, και αυτό γιατί δεν συνδεόμαστε ποτέ με κάποιον χαρακτήρα γιατί όλοι λειτουργούν περισσότερα ως αρχέτυπα (Θάνατος, Συνείδηση κ.ο.κ.) παρά σαν πραγματικοί χαρακτήρες. Μάλιστα, το “κρίμα” στην όλη υπόθεση είναι μεγαλύτερο καθώς οι αισθητικές επιρροές από τις οποίες οι δημιουργοί έχουν αντλήσει, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες και niche. Δύσκολα θα βρει κανείς σε έναν τίτλο να συνδυάζονται αναφορές σε Λαβκραφτιανή μυθολογία, body horror τέχνη τύπου H.R. Giger και μπαρόκ / γκόθικ αρχιτεκτονική. Και δυστυχώς μας λυπεί αυτές να στερούνται μιας πιο γεμάτης και μεστής immersive gaming εμπειρίας.

Άλλωστε, στον οπτικό τομέα το Necrophosis παίρνει πρακτικά άριστα και τίποτα δεν θα είχε να ζηλέψει από μεγαλύτερες παραγωγές. Τα περιβάλλοντα και τα κτίρια υποστηρίζουν σθεναρά το πλαίσιο γιγαντιαίας κοσμικής κλίμακας του κόσμου του παιχνιδιού ενώ στον σχεδιασμό των πλασμάτων η Dragonis Games ανεβαίνει ένα σκαλοπάτι παραπάνω και ξεπερνά τον εαυτό της, δίνοντας σάρκα και οστά σε ορισμένες πραγματικά στοιχειωτικές μορφές τερατόμορφων υπάρξεων, βγαλμένες κατευθείαν από πίνακες του Beksiński και σκηνές του Jodorowsky.

Παρ’ όλα αυτά, η έλλειψη πραγματικής ωμότητας, αίματος και αηδίας αποδυναμώνει την αίσθηση ότι πρόκειται για έναν βασανισμένο, κολασμένο κόσμο. Η σχετικά «καθαρή» παρουσίαση μετατρέπει το ταξίδι περισσότερο σε φανταστικό μύθο ή παραβολή παρά σε μια αληθινή κατάβαση στο γκροτέσκο.

Παρόμοια είναι και η εικόνα του ηχητικού τομέα. Προσευχές, βογγητά και γρυλίσματα αντηχούν στο τοπίο, δημιουργώντας ατμόσφαιρα, όμως η μουσική επένδυση είναι περιορισμένη και συχνά υποτονική. Υπάρχουν στιγμές όπου μια πιο παράξενη, αιθέρια ή ακόμη και ηλεκτρονική προσέγγιση θα μπορούσε να απογειώσει το αίσθημα του θαυμασμού.

Το κομμάτι των γρίφων, το στοιχείο, δηλαδή, όπου το παιχνίδι προσεγγίζει αμυδρά την έννοια της πρόκλησης, απογοητεύει ακόμα πιο γρήγορα. Οι περισσότεροι γρίφοι επιλύονται απλά με εύρεση αντικειμένων και τοποθέτηση τους στο κατάλληλο σημείο, σε τυπική δομή mini fetch quests. Κάποιοι – λιγότεροι – από αυτούς απαιτούν και κάποιου είδους αντανακλαστικά και σβελτάδα για να ολοκληρωθούν ενώ ακόμα λιγότεροι εξ αυτών απαιτούν πρακτικά όντως και κάποιου είδους σκέψη και φαιά ουσία για την περάτωσή τους.

Εν κατακλείδι, λοιπόν, το Necrophosis, δεν αξίζει τον σεβασμό μας μόνο γιατί είναι μια γενναία φιλόδοξη προσπάθεια που στηρίζει την εγχώρια σκηνή ανάπτυξης videogames και επειδή απλώς προέρχεται από Έλληνα δημιουργό. Αξίζει τον σεβασμό και την προσοχή μας γιατί πρόκειται για μια indie παραγωγή με ξεκάθαρο καλλιτεχνικό όραμα, εντυπωσιακή αισθητική ταυτότητα και θεματικές αναζητήσεις που σπάνια συναντάμε στο μέσο.

Η Dragonis Games έχει κάνει καλή δουλειά σε αρκετούς τομείς, όπως ο σχεδιασμός, του οποίου το αποτέλεσμα φαίνεται και μάλιστα ξεχωρίζει, αλλά και σε άλλους όπως η ιστορία και το lore, όπου λόγω απειρίας υπονομεύεται γιατί δεν αξιοποιείται σωστά. Το Necrophosis είναι ένα παιχνίδι που μοιάζει να γοητεύεται περισσότερο από τις ιδέες που θέλει να εκφράσει παρά από την ίδια τη διαδικασία του να τις μετατρέψει σε μια πραγματικά συναρπαστική διαδραστική εμπειρία.

Η υπερβολική προσήλωση στον συμβολισμό και τη φιλοσοφική αλληγορία αποδυναμώνει την πλοκή, η έλλειψη ουσιαστικής πρόκλησης περιορίζει το gameplay και η αδυναμία δημιουργίας συναισθηματικού δεσμού με τον κόσμο και τους χαρακτήρες του δεν επιτρέπει στον τρόμο να λειτουργήσει όπως θα έπρεπε.

Έτσι, παρά το γεγονός ότι το Necrophosis δεν αξιοποιεί πλήρως τις δυνατότητες του ως παιχνίδι και χάνεται λίγο μέσα στον εαυτό του, σίγουρα αφήνει το αποτύπωμά του και θέτει εαυτόν – και την ομάδα που βρίσκεται πίσω του – στην κατηγορία των studios που αξίζει ένας gamer να “έχει από κοντά” για μελλοντικές δημιουργίες.

Το Necrophosis: Full Consciousness κυκλοφορεί για PS5 και Xbox Series από τις 28/5/26 (για PC είναι διαθέσιμο από το 2025). Το review μας βασίστηκε στην έκδοσή του για το PS5 με review code που λάβαμε από τη Dragonis Games.

The post Necrophosis: Full Consciousness | Review first appeared on GameOver.gr - Videogames and more..

Keywords
Τυχαία Θέματα