Βασίλης Ν. Πης

Κουράστηκα να περπατώ στο δάσος, με αυτό το συνθηματικό, επαναλαμβανόμενο μοτίβο προσπάθησα να χαρτογραφήσω τ’ αποτυπώματα που άφησε πίσω της η οικονομική κρίση, η πανδημία, η κλιματική αλλαγή, οι πόλεμοι, αλλά και να καταγραφούν τα τραύματα, τόσο τα προσωπικά όσο και τα συλλογικά σε μια ποιητική σύνθεση με μία ενότητα ύφους.

Το ποίημα είναι θορυβώδες, αφού κάθε φωνή –την οποία κανείς δεν μπορεί να καταπνίξει– είναι μία περσόνα (το δάσος, η βροχή, το ελάφι, η θάλασσα, η χελώνα, οι φωνές των παιδιών που δεν γύρισαν στα σπίτια τους, ο γλάρος) που ανεβαίνει στη σκηνή για να μιλήσει

για τον προσωπικό αγώνα επιβίωσης, κατακερματισμένα, αποσπασματικά, σαν να έχει σπάσει το λυρικό συναίσθημα και έχει απομείνει μόνο η φωνή. Κάποιες από τις φωνές αυτές ενδέχεται να είναι ανθεκτικές και ο χρόνος δεν μπορεί να κάνει πως δεν τις ακούει.

Ίσως να είναι ένα ερωτικό γράμμα σε μια γυναίκα, ή στη Γη που μας φιλοξενεί. Η οπτική διαστέλλεται για να μπορεί να συμπεριλάβει τις μέρες ενός μοναχικού επιβάτη σ’ ένα μισοκαμένο δάσος, δηλώνοντας πως ο επιβάτης αυτής της Γης κουράστηκε, αυτή η αγρύπνια τον έχει εξαντλήσει.

{jb_quote}Τα ποιήματα μοιάζουν με μικρούς ήλιους στη σειρά, που δεν έχουν ανάψει ακόμη.{/jb_quote}

Εξάλλου, η λογοτεχνία καταθέτει ερωτήματα, δεν δίνει απαντήσεις και η μνήμη έχει γίνει πλέον το μοναδικό καταφύγιο για τον συγγραφέα.

Εκείνο που με σπρώχνει στην ποίηση είναι η μαγεία των λέξεων, η οποία κατακλύζει πολύ περισσότερο χώρο από αυτόν που μπορεί να καλύψει ο συγγραφέας. Η γραφή είναι καταφύγιο, λύτρωση, αντίσταση, σε αυτόν τον καθημερινό κόσμο. Ίσως γιατί η μαγεία των λέξεων εμπεριέχει ομορφιά και την ομορφιά οι άνθρωποι, από όποια χώρα και αν προέρχονται, σε κάθε πλανήτη εκεί έξω, θα την ψάχνουν σαν όαση, οξυγόνο και ανάσα.

Η ποίηση είναι μια κραυγή που βγάζουμε όταν ξυπνάμε απότομα σ’ ένα σκοτεινό δάσος στο μέσο του ταξιδιού της ζωής μας, μας λέει ο Λόρενς Φερλινγκέτι.

Στην ποίηση προσπαθώ να χαράξω ένα ανθρώπινο ίχνος πάνω στη Γη που με φιλοξενεί υπέροχα. Όχι κατ’ ανάγκη να τη διασχίσω. Πώς το λένε· πώς μπορείς να προσθέσεις φως στο πρωινό ηλιακό λαμπερό φως, έτσι να προσθέσεις ζωή στη ζωή, την οποία θέλω να σχολιάσω ψύχραιμα με υπαινικτικό τρόπο. Να δω την εποχή χωρίς τα ιδεολογικά βαρίδια του παρελθόντος ή την ανάγκη διατύπωσης ενός συλλογικού οράματος. Η δομή και η λειτουργία του ποιήματος που διεκδικεί το βλέμμα του αναγνώστη, στην πραγματικότητα περιγράφει το συναίσθημα και το αποτύπωμα μνήμης που θ’ αφήσει στον αναγνώστη όταν αυτό (το ποίημα) καταλάβει την εξουσία της ανάγνωσης (ψηφιακής ή χάρτινης). Η ποίηση άλλωστε υπαινίσσεται, δεν λέγει.

Τα ποιήματα μοιάζουν με μικρούς ήλιους στη σειρά, που δεν έχουν ανάψει ακόμη. Ίσως στρεφόμαστε στην ποίηση αναζητώντας οντολογικά αποτυπώματα ύπαρξης, όπως στρεφόμαστε στον έρωτα για έστω προσωρινά αποτυπώματα ευτυχίας και γιατί είναι ένας ξεχωριστός τρόπος να συνεννοηθείς με τα πράγματα γύρω σου, τις καταστάσεις εκτάκτου ανάγκης, να βρεις τις πατημασιές σου στον δρόμο, να συνδεθείς με την πραγματικότητα όχι μόνο μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα.

Το βιβλίο αφιερώνεται στα παιδιά με τα όμορφα δάση που έφυγαν μέσα στη νύχτα, σαν μυθιστόρημα.

Θέατρο δημοκρατίας
Βασίλης Ν. Πης
Εκδόσεις Βακχικόν
48 σελ.
ISBN 978-618-231-170-7
Τιμή €10,60

Keywords
Τυχαία Θέματα