Θανάσης Βυτινιώτης

Καμιά φορά σκέφτομαι ότι η ζωή μου, η πορεία μου, είναι κάτι απολύτως δικό μου, που με τα χρόνια έχει ξεθωριάσει. Περισσότερο μου μοιάζει σαν ένα σπίτι με πολλά δωμάτια. Κατά καιρούς έχω διάφορες αναμνήσεις, σαν να μπαίνω σε δωμάτια ξεχασμένα, σκοτεινά. Γίνεται συνήθεια, χόμπι, παιχνίδι. Ανοίγεις μια πόρτα και στο πηχτό σκοτάδι μ’ ένα κερί που φέγγει λίγο θυμάσαι. Συνήθως, πίσω, κρυμμένα στις σκιές είναι όσα μου ξεφεύγουν, ή τους «ξεφεύγω» ηθελημένα. Αλλού έχει λάμπα που φέγγει ολοκάθαρα. Είναι και μερικά μεγάλα δωμάτια με πολλούς καναπέδες, καρέκλες, τραπέζια. Βαρετά. Απ’ αυτά δεν πρόκειται

να βγει κάτι, πρέπει να περιπλανηθεί λίγο η σκέψη. Σ’ αυτόν τον λαβύρινθο είναι και κάτι κρυφές πόρτες που δεν τις ήξερα. Μου άνοιξαν μ’ ένα τρίξιμο, σαν να λέγανε: «Ρε φίλε, ρίξε μια ματιά κι εδώ». Το αποτέλεσμα μερικές φορές ήταν αναπάντεχα ενδιαφέρον.

Αυτό το βιβλίο, Η γοργόνα κι η βερμούδα, είναι μια περιπλάνηση σε δωμάτια κανονικά, σε υπόγεια, σε πατάρια και σε χωράφια. Η σκέψη τρέχει, σαν εκείνους τους κυλίνδρους που είχαν παλιά στα γραφεία. Έβαζες μέσα μερικά χαρτιά κι αυτά ταξίδευαν, σε άλλο γραφείο, σε άλλον όροφο, μερικές φορές και σε άλλο κτίριο. Έτσι έγινε, άνοιγα μια πόρτα, έβλεπα, θυμόμουν, και τότε να μια καταπακτή. Για να δούμε. Καταπακτές, πατάρια κι όλα τα κρυφά δωμάτια που με μάγευαν τόσο, που άφηνα τον μίτο να κρέμεται σ’ ένα πόμολο. Κάπου θα βγαίνει όλο αυτό.

{jb_quote}Ίσως όλα να είναι μια ενστικτώδης απόπειρα να μεγαλώσει, να διευρυνθεί ο χωροχρόνος μου.{/jb_quote}

Μερικές φορές ήταν κι εκείνο το μπαλκόνι μου που βλέπει τον νοτιά, ήταν και δύο τσίπουρα, που σαν άμαξα με δύο ξεκούραστα άλογα παίρνανε ψυχή, αισθήσεις και όλα εκείνα τα ωραία που έχουμε και ταξίδευαν σε σύννεφα, σε δέντρα και σε κύματα. Είναι το φως, είναι όμως και το σκοτάδι, είναι ο πλάγιος ήλιος που μακραίνουν οι σκιές και φεύγουν μόνες τους γι’ αλλού. Μερικά άλλα είναι σαν φτέρνισμα, «τώρα… τώρα σου λέω», και μέχρι να το γράψω κάνει αψούυυ κι έρχεται και στρογγυλοκάθεται στο χαρτί.

Κάποια στιγμή, ξεκίνησα να ταξιδεύω. Κοντινά κυρίως και ομαδικά. Με τα χρόνια ανακάλυψα τη γοητεία του ελεύθερου ταξιδιού. Έχει ομορφιά να περιπλανιέσαι σε μέρη άγνωστα, να τα κάνεις οικεία και να ξέρεις ότι δεν θα ξαναβρεθείς εκεί. Μ’ αρέσει να περπατάω δίπλα σε ξένους ανθρώπους και να ενσωματώνομαι, να νιώθω σαν να είμαι ένας απ’ αυτούς. Πιθανόν και να τους θυμίζω κάτι, εκεί που περιμένουμε δίπλα δίπλα στο ταμείο του μίνι μάρκετ.

Μου αρέσει να παρατηρώ τις συμπεριφορές, τις συνήθειες, τα ταμπού και να προσπαθώ από τη φάτσα να βρω τη χώρα καταγωγής. Με τι γελάνε, με τι κλαίνε και πόσο διαφορετικά αντιδρούν. Δεν θα έλεγα ότι είναι περιέργεια, στην περιέργεια είσαι «ο απ’ έξω». Προτιμώ τη γοητεία της ταύτισης, όσο αυτό είναι δυνατόν. Αυτό που λέμε, να φυτρώνω εκεί που δε με σπέρνουν. Έτσι, μου συμβαίνουν και διάφορα παράξενα και ευτράπελα, τα οποία περιγράφω. Προτιμώ τα αστικά λεωφορεία και τα ΚΤΕΛ, που με οδηγό τη γλώσσα του σώματος μου έχει τύχει να επικοινωνήσω. Από την άλλη, με προβληματίζει και το γιατί. Τι κέρδισα που τριγύριζα πέντε μέρες σε μια ξερή και αδιάφορη πόλη, όπως το Μανάντο της Ινδονησίας; Η απάντηση είναι η αδρεναλίνη εκείνο το βράδυ, που ένας ταξιτζής από το αεροδρόμιο προς το ξενοδοχείο με κοψοχόλιασε.

Ίσως όλα να είναι μια ενστικτώδης απόπειρα να μεγαλώσει, να διευρυνθεί ο χωροχρόνος μου. Να πιάσει τόπο η παραμονή μου εδώ.

Η γοργόνα κι η βερμούδα
Θανάσης Βυτινιώτης
Φίλντισι
170 σελ.
ISBN 978-618-5738-67-9
Τιμή €15,00

Keywords
Τυχαία Θέματα