Σπύρος Γλύκας

Υπήρχε από παλιά η επιθυμία στο πίσω μέρος του μυαλού μου να γράψω ένα βιβλίο στο οποίο να «ακούγεται» τζαζ μουσική. Πολλές φορές, αυτό που πραγματικά θέλεις να γράψεις σου φαίνεται τόσο προσωπικό… σε κάνει να το αποφεύγεις. Φοβάσαι ότι θα επικοινωνήσεις κάτι στον έξω κόσμο που, εν τέλει, δεν θα έχει σχέση με τη δική σου σχέση με αυτό.

Όταν, λοιπόν, αποφάσισα τελικά ότι θα κάτσω να γράψω ένα μυθιστόρημα με την αγαπημένη μου μουσική αναζήτησα ένα αντίβαρο, ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα βρεθεί η τζαζ έτσι ώστε το βιβλίο να μην είναι εξ ολοκλήρου εστιασμένο σ’ αυτή. Και τότε ως από

μηχανής θεός βρέθηκε μπροστά στα μάτια μου, στο διαδίκτυο, μια είδηση σχετικά μ’ ένα θέρετρο στην Αλάσκα.

Το Γουίτιερ (Whittier) δεν είναι ένα μέρος το οποίο γνώριζα. Ούτε την Αλάσκα τη γνωρίζω, δεν την έχω επισκεφτεί. Αυτά όμως ήταν κίνητρα για να διαβάσω, να μάθω και να τα χρησιμοποιήσω ως καμβά για την ιστορία μου. Από κει και πέρα έπρεπε να υπάρχει ένας μουσικός, ένα ταξίδι, διάφορα πρόσωπα, μικρές ιστορίες του ήρωα και των προσώπων και μια εξέλιξη στην πλοκή.

{jb_quote}Αναζήτησα ένα αντίβαρο, ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο θα βρεθεί η τζαζ έτσι ώστε το βιβλίο να μην είναι εξ ολοκλήρου εστιασμένο σ’ αυτή.{/jb_quote}

Κι αυτά προέκυψαν στην πορεία μαζί με βιογραφικά σπαράγματα μουσικών της τζαζ και αρκετές αναφορές σε γνωστά μουσικά κομμάτια, τα οποία έχω αγαπήσει και ακούσει ουκ ολίγες φορές. Η ενασχόλησή μου μ’ αυτό το είδος της μουσικής προέκυψε πριν από αρκετά χρόνια, όταν για χόμπι ξεκίνησα μαθήματα σαξοφώνου. Μαζί μ’ αυτή, μελέτησα και την αρμονία στην τζαζ καθώς και τους τρόπους αυτοσχεδιασμού.

Έχοντας αυτά ως μαγιά, εξελίχθηκε και το περιεχόμενο του βιβλίου. Άκουγα σχεδόν κάθε μέρα τζαζ, όταν έγραφα. Προσπάθησα να εντάξω την αίσθηση που μου δίνει η ακρόαση αυτού του είδους της μουσικής, να τοποθετήσω αυτοσχεδιαστικές δομές μες στο κείμενο χωρίς όμως να ξεφεύγω απ’ τη γενικότερη πλοκή του. Στην τζαζ χρησιμοποιούμε νότες οι οποίες μπορεί να μη θεωρούνται κατάλληλες για την αρμονική δομή του εκάστοτε μουσικού κομματιού. Η επιτυχία έγκειται στο να «περνάει» ο μουσικός τις νότες αυτές χωρίς να προκαλεί πόνο στα αυτιά του ακροατή, να τις ενσωματώνει στο όλον έτσι ώστε να μοιάζουν ακόμα και απαραίτητες.

Μ’ αυτά κατά νου, συνέβη το 1974, Αλάσκα: Η ιστορία του Μ, ενός μαύρου μουσικού ο οποίος ξεκινάει από τη Νέα Υόρκη προκειμένου να ενσωματωθεί σε ένα τρίο και να παίζει στο μοναδικό πανδοχείο που έχει το Γουίτιερ αποκομίζοντας εμπειρία ως μουσικός, βγάζοντας τα προς το ζην. Ο Μ θα γνωρίσει στο αεροπλάνο την Τάρα, μια καλλιγράφο η οποία θέλει να ξεφύγει απ’ το παρελθόν και τον πρόσφατο χωρισμό της και να κάνει μια νέα αρχή αρκετά μακριά από ό,τι της το θυμίζει.

Η επιλογή ενός μαύρου μουσικού είναι εσκεμμένη, μια και οι πιο γνωστοί τζαζ μουσικοί της αγαπημένης μου περιόδου, δεκαετίες ’50 και ’60, είναι μαύροι. Επίσης, το στοιχείο του ρατσισμού, τόσο έντονο πλέον στις μέρες μας με τις πολυπληθείς μετακινήσεις λαών εξαιτίας δυσμενών συνθηκών ή πολέμων, δεν θα μπορούσε να με είχε αφήσει ανεπηρέαστο. Ένα άλλο στοιχείο, η ίδια η Αλάσκα και το εντυπωσιακό ανάγλυφο των περιοχών της είναι μια ωδή στη φύση, ενώ πίσω από αυτήν υποβόσκει η δυσαρέσκεια, η ανησυχία, η θλίψη για την κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο πλανήτης. Τα όμορφα μέρη είναι ακόμα πολλά, αλλά ζούμε πλέον με τον φόβο ότι μπορεί να χαθούν ή ότι μπορεί αυτά που είχαμε επισκεφτεί κάποτε να έχουν καταστραφεί.

Από το βιβλίο δεν λείπουν οι διακειμενικές αναφορές σε λογοτεχνικά έργα και συγγραφείς, το χιούμορ, ο σουρεαλισμός και αφηγηματικοί πειραματισμοί. Αυτά είναι τα εργαλεία μου προκειμένου το κείμενο να μ’ ευχαριστεί ‒ως έναν βαθμό πάντα, δεν περνάω πάντα καλά μ’ αυτή την πίεση για δημιουργία, καθώς και για το αν θα φτάσω τελικά σε κάποιο τέλος ή όχι–, να μου προκαλεί το ενδιαφέρον και να σχετίζεται έστω και ελάχιστα με συγγραφείς των οποίων τα έργα θαυμάζω.

1974, Αλάσκα
Σπύρος Γλύκας
Εκδόσεις Νίκας
256 σελ.
ISBN 978-960-296-584-9
Τιμή €15,00

Keywords
Τυχαία Θέματα