«Ρεβέκκα» της Πέρσας Σούκα

«Χθες το βράδυ ονειρεύτηκα πως πήγα ξανά στο Μάντερλεϊ». Με την πασίγνωστη τώρα πια φράση άρχισε να ξετυλίγει την ιστορία της η Αγγλίδα συγγραφέας Δάφνη ντι Μοριέ, καταθέτοντας στην παγκόσμια λογοτεχνία το 1938 ένα από τα ωραιότερα γοτθικά μυθιστορήματα, τη Ρεβέκκα.

Η υπόθεση μας μεταφέρει στις ακτές του Μόντε Κάρλο με κεντρική ηρωίδα μια νεαρή ντροπαλή γυναίκα που εργάζεται για την πλούσια ηλικιωμένη κυρία Βαν Χόπερ. Εκεί γνωρίζει τον γοητευτικό και μεγαλοαστό χήρο Μαξίμ ντε Γουίντερ. Το διακριτικό φλερτ

του Μαξίμ κολακεύει τη νεαρή και η πρόταση γάμου δεν αργεί να έρθει.

{loadmodule mod_adsence-inarticle-makri} {loadposition adsence-inarticle-makri}

Το νιόπαντρο ζευγάρι σύντομα εγκαθίσταται στο Μάντερλεϊ, το αρχοντικό του Ντε Γουίντερ. Οι μέρες που έρχονται στην έπαυλη της Κορνουάλης δεν θα κυλήσουν ήσυχα για την ηρωίδα. Τη ζωή της θα δυσκολέψουν η οικονόμος κυρία Ντάνβερς και o κοινωνικός περίγυρος του Ντε Γουίντερ. Η συνεχόμενη κι εμμονική σύγκριση με τη Ρεβέκκα, την πρώτη σύζυγο, γίνεται εφιάλτης στον φαινομενικά παραμυθένιο της κόσμο. Το μυστήριο του θανάτου της και η σιωπή του Ντε Γουίντερ τής δημιουργούν τεράστια ανασφάλεια, δυσαρέσκεια και αρνητικά συναισθήματα. Η Ρεβέκκα ήταν κι ακόμα είναι η εκλεκτή, η μοναδική, το πρότυπο του φιλικού κύκλου και ειδικά της κυρίας Ντάνβερς. Η εικόνα, η αίσθηση, η σκιά της πεθαμένης τη στοιχειώνει και την καταδιώκει παντού, κάνοντας τη ζωή της ανυπόφορη... (Το θέμα του βιβλίου, όπως μαθεύτηκε αργότερα, το εμπνεύστηκε η συγγραφέας όταν ανακάλυψε στο σπίτι της κάποια κρυμμένα γράμματα της πρώην αρραβωνιαστικιάς του συζύγου της.)

Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ ήταν ο πρώτος που ανέλαβε το 1940 να μεταφέρει το διάσημο ήδη μυθιστόρημα στον κινηματογράφο, κάνοντας παράλληλα το ντεμπούτο του στο Χόλιγουντ. Το αποτέλεσμα ήταν φυσικά θαυμάσιο, μια εξαίσια και ατμοσφαιρική μεταφορά, ένα άριστο ψυχολογικό θρίλερ του βασιλιά του σασπένς. Οι πρωταγωνιστές, σερ Λόρενς Ολίβιε και Τζόαν Φοντέιν, σκιαγράφησαν με υποδειγματικό τρόπο τους χαρακτήρες της Ντι Μοριέ μαγεύοντας το κοινό με τη χημεία τους, τις εκφράσεις και τις ερμηνείες τους. Ο Άλφρεντ Χίτσκοκ έφυγε την επόμενη χρονιά από την Ακαδημία (κι αφού είχε συγκεντρώσει 11 υποψηφιότητες, μεταξύ αυτών: Α’ Γυναικείου Ρόλου, Α’ Αντρικού Ρόλου, Σκηνοθεσίας) με το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας, ανοίγοντας διάπλατα τον δρόμο για όλους τους συντελεστές στο αμερικανικό σινεμά.

Ακολούθησαν δύο μίνι σειρές βασισμένες στο ίδιο μυθιστόρημα, η πρώτη το 1979 με τον Τζέρεμι Μπρετ και την Τζέσικα Ντέιβιντ, σε σκηνοθεσία Σάιμον Λάνγκοτ, και το 1997 με τον Τσαρλς Ντανς και την Εμίλια Φοξ, σε σκηνοθεσία Τζιμ Ο’ Μπράιεν, λαμβάνοντας αμφότερες συμπαθητικές κριτικές.

{jb_quote} Βαδίζει εκ προμελέτης σε διαφορετικά –κι εννοείται, σύγχρονα– μονοπάτια. {/jb_quote}

Όμως απ’ ό,τι φαίνεται το διαχρονικό μυθιστόρημα της Ντι Μοριέ παραμένει δελεαστικό μέχρι σήμερα. Έτσι, η Big Talk Productions αποφάσισε να χρηματοδοτήσει την κινηματογράφηση του ρομαντικού δράματος, που βρίσκεται στην πλατφόρμα του Netflix από τον Οκτώβριο του 2020. Το επίσημο τρέιλερ μάλλον αδικεί το αποτέλεσμα, δείχνοντας σαν να πρόκειται για ένα αδιάφορο κι άνευρο φιλμ. Ξεπερνώντας τις όποιες αμφιβολίες, ο θεατής θα διαπιστώσει ότι η συγκεκριμένη προσαρμογή έχει τη δική της ενδιαφέρουσα ματιά. Η επιθυμία του σκηνοθέτη ψυχολογικών ταινιών τρόμου (Kill List, A Field In England) Μπεν Γουάιτλι προφανώς και δεν ήταν να δημιουργήσει μια ταινία στα χνάρια του Χίτσκοκ. Διαφέρει στο ύφος, είναι αέρινη, μένοντας σαφώς πιστή στην αγγλική κουλτούρα, ελάχιστα σκοτεινή, στιλιζαρισμένη απόλυτα και με εξαίρετη αισθητική, χάρη στη διακοσμήτρια Kέιτ Σπένσερ και τον σχεδιαστή ρούχων Τζούλιαν Ντέι. Το σενάριο υπογράφουν οι Τζέιν Γκόλντμαν, Τζόι Σράπνελ και Άννα Γουότερχαουζ, και τη μουσική επένδυση ο Κλιντ Μάνσελ. Οι ηθοποιοί χτίζουν τους ήρωες χωρίς ακρότητες, με τις δικές τους προσωπικές λεπτομέρειες, τα δικά τους ιδιαίτερα χαρακτηριστικά.

Ο Άρμι Χάμερ (Call Me By Your Name, Nocturnal Animals) παρουσιάζει έναν λιτό Ντε Γουίντερ, απόμακρο, γριφώδη και αδιάλλακτο. Η Λίλι Τζέιμς (Mama Mia! Here We Go Again, Yesterday) ενσαρκώνει τον ρόλο της νεαρής ακροπατώντας στα όρια της υπερευαισθησίας, του φόβου και της μοναχικότητας που της δημιουργεί το αποπνικτικό περιβάλλον του Μάντερλεϊ. Η Κριστίν Σκοτ Τόμας (The English Patient, The Horse Whisperer) είναι καθηλωτική ως κυρία Ντάνβερς, αυστηρό βλέμμα, στυφή, επικριτική, με άσπλαχνη συμπεριφορά απέναντι στην αδύναμη ηρωίδα.

Η Ρεβέκκα του Γουάιτλι είναι ρομαντική, ψυχαγωγική, αινιγματική χωρίς τα έντονα στοιχεία τρόμου του Χίτσκοκ. Βαδίζει εκ προμελέτης σε διαφορετικά –κι εννοείται, σύγχρονα– μονοπάτια. Η ταινία θα μπορούσε να είχε μεγαλύτερη αποδοχή αν δεν υπήρχε η θρυλική πρώτη εκδοχή, έτσι ώστε ο θεατής να μην έμπαινε στη διαδικασία της σύγκρισης. Όμως αυτή είναι η μοίρα των ριμέικ. Και είναι αναπόφευκτη.

https://www.youtube.com/watch?v=LFVhB54UqvQ&app=desktop


Το μυθιστόρημα κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη, σε μετάφραση Ευμορφίας Στεφανοπούλου.

Keywords
Τυχαία Θέματα