Ντίνος Γιώτης

Τι δουλειά έχει ένας boomer, όπως εγώ, να γράφει για Millennials, γενιά Χ και γενιά Ζ; Τι μπορεί να γνωρίζει ένας μεσήλικας από τα προβλήματα των νέων;

Θα σας πω. Πρώτον, δεν μου αρέσει να γράφω για comme il faut καταστάσεις και πέτσινους ήρωες που παίρνουν αμίλητοι το απογευματινό τους τέιον ή πίνουν σοβαροφανείς το βραδινό τους μπράντι, ζώντας στην κοσμάρα τους. Αντιθέτως, μου αρέσει να γράφω για πράγματα περισσότερο γειωμένα, αλλά όχι απαραίτητα πεζά. Για καταστάσεις φανταστικές, αλλά όχι ψεύτικες. Για ιστορίες, εν τέλει, που εμπεριέχουν έστω και ένα κουκούτσι αλήθειας. Ακόμα: η λογοτεχνία δεν πρέπει να παίρνει το μέρος των αδύναμων; Δεν πρέπει να είναι «υπέρ των αδυνάτου»; Αυτό ειπώθηκε από συγγραφείς πολύ καλύτερους από μένα και δεν χρειάζεται να προσθέσω ούτε μισή λέξη.

Δεύτερον. Πριν από λίγα χρόνια είδα μια μικρού μήκους ταινία που είχε γίνει με αφορμή την κυκλοφορία του δίσκου ενός γνωστού ράπερ και προβληματίστηκα σοβαρά. Ώστε υπάρχει ένας τέτοιος κόσμος δίπλα μας; Ώστε, δεν ζούμε όλοι τον μύθο μας στην Ελλάδα του σήμερα; Μήπως δεν τρέχει το πρόγραμμα Ελλάδα 2.0, Εθνικό Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας που μας οδηγεί κατευθείαν στη γη της Επαγγελίας; Πρέπει να έχουν αρκετό χιούμορ οι πολιτικοί που εφευρίσκουν κάτι τέτοιους πομπώδεις τίτλους, για να περιγράψουν ένα σχέδιο που αφορά στους λίγους με τους πολλούς να κοιτάνε απέξω με άδειες τσέπες.

Για μένα, όμως, δεν είναι ούτε αυτό. Η λέξη ανάκαμψη μου ταιριάζει περισσότερο σε εκείνο το γυμναστικό παράγγελμα, όπου ανασηκώνονται τα χέρια και λυγίζουν ώστε να έρθουν οι παλάμες, με πλεγμένα τα δάχτυλα των δύο χεριών, στον αυχένα. Σαν να παραδίνεσαι: στην οδυνηρή πραγματικότητα της ανέχειας, της φτώχειας, του αποκλεισμού και της μοναξιάς. Ανήμπορος να την παλέψεις. Οπότε άλλο παράγγελμα θα προτιμούσα για την κοινωνία. Για να μη βρεθεί ποτέ ξανά παιδί να πει: «Δεν θέλω να ζω, αυτός ο κόσμος χωρίς λεφτά και χωρίς δουλειά, δεν είναι πια για μένα».

{jb_quote}Ώστε, δεν ζούμε όλοι τον μύθο μας στην Ελλάδα του σήμερα;{/jb_quote}

Τρίτον, έτυχε να διαβάσω έναν ωραίο μύθο του Αισώπου για μια καλιακούδα και ένα κριάρι. Πάει κάπως έτσι: μια φορά και έναν καιρό, μια καλιακούδα είδε έναν αετό να αρπάζει ένα αρνί. Ζήλεψε και θέλησε να κάνει κι αυτή το ίδιο. Ορμάει λοιπόν σε ένα κριάρι. Μπλέχτηκαν όμως τα νύχια της στο μαλλί του κριαριού. Πάλευε, λοιπόν, απελπι­σμένη, όμως δεν μπορούσε να πετάξει. Τη βλέπει ο βοσκός, την πιάνει, της κόβει τα φτερά και τη φέρνει στο σπίτι. Όταν την είδαν τα παιδιά του, τον ρώτησαν: «Τι πουλί είναι αυτό, μπαμπά;» Τους απαντάει: «Για μένα είναι καλιακούδα, με το δικό της μυαλό όμως είναι αετός…».

Έχοντας αυτά στο μυαλό μου, παρατήρησα, κάποια στιγμή, έναν φουριόζο ντελιβερά στο φανάρι, έτοιμο να γκαζώσει για να προλάβει την επόμενη παράδοση. Και έτσι όλα αυτά μαζί μπλέχτηκαν στο μυαλό μου, όπως η καλιακούδα στο μαλλί του κριαριού.

Σαν έτοιμος από καιρό, λοιπόν, στρώθηκα στο γράψιμο και έτσι προέκυψε η νουβέλα με τον αντιστικτικό και ολίγον ειρωνικό τίτλο Αθήνα 2.0. Να και ένα μικρό απόσπασμα που διάλεξα για το τέλος αυτής της εξομολόγησης:

Ψάχνει να βρει με το φτωχικό της μυαλό ποιες αμαρτίες γονέων πληρώνει, των δικών της, του άντρα της ή απλώς πληρώνει τα δικά της λάθη;

Μετά ξαναπέφτει στη λούπα της καθημερινής της ζωής. Θα ετοιμάσει φαγητό ή θα ξαναζεστάνει το μεσημεριανό για να το βρει έτοιμο ο άντρας της όταν γυρίσει από τη δουλειά. Ο πατέρας μου θα μπει στο σπίτι, θα πετάξει τα κλειδιά με δύναμη στο μεγάλο τασάκι που χρησιμοποιεί για κλειδοθήκη, θα κάτσει στο τραπέζι της κουζίνας και θα ανάψει τσιγάρο μέχρι η μάνα μου να του σερβίρει το φαγητό. Αμίλητοι. Εδώ και χρόνια τα στέφανά τους έχουν βγάλει αγκάθια.

Χρόνια που τα βαραίνει η φτώχεια, η γκρίνια και –το χειρότερο απ’ όλα– η πλήξη. Η συνειδητοποίηση ότι τίποτα δεν συμβαίνει και ούτε πρόκειται να συμβεί μέχρι ο βιολογικός θάνατος να τερματίσει και τον άλλον καθημερινό θάνατο που τους έχει ποτίσει η παραίτηση από τη ζωή.

Και από την άλλη, εγώ ξυπνάω τα μεσημέρια, ανήμπορος και κουρασμένος από αιτίες που αδυνατώ να δω καθαρά. Προ­σπαθώ να σηκωθώ και να κάνω κάτι, αλλά δεν μπορώ ούτε καν να σύρω τα βήματά μου μέχρι το μπάνιο· είναι σαν περπατάω πάνω σε κινούμενη άμμο, που όσο προχωράω τόσο με ρουφάει προς τα κάτω. Δεν έχω από πουθενά να κρατηθώ.

Ο πατέρας μου με θεωρεί άχρηστο, επειδή, όπως μου τη λέει, δεν κυνηγάω τη ζωή.

«Όπως έκανες εσύ!» του αντιμιλώ και τότε γυρίζουν τα μάτια του από θυμό επειδή του θυμίζω όσα δεν κατάφερε να κάνει. Με βρίζει άσχημα κι εγώ του κοπανάω την πόρτα στα μούτρα του και κλείνομαι στο δωμάτιό μου. Χάνομαι μέσα στις ρίμες μου που αφήνω κάθε βράδυ στις σελίδες ενός ξεθω­ριασμένου μπλοκ. Αυτές με ταξιδεύουν μακριά από τη θλίψη που σκεπάζει σαν σάβανο όλη την πολυκατοικία μας· πίσω από κάθε πόρτα ένα βογγητό, πίσω από κάθε βλέμμα ένα σκοτωμένο όνειρο. Παραιτημένοι άνθρωποι από κάθε διεκδίκηση στον αγώνα της ζωής, παραιτημένοι ακόμα κι από εκείνη την εκδίκηση που τρέφουν στα όνειρά τους για να απαλύνουν κά­πως τον πόνο της πραγματικότητας, σκύβουν και φιλάνε το χέρι του θύτη τους. Αποδεχόμενοι ότι είναι νόμος φυσικός –όπως τα τσακάλια κατασπαράζουν τις γαζέλες– να είναι αναλώσιμοι μιας χρήσεως. Άξιοι της μαύρης μοίρας τους. Αυτοί ας κάνουν ό,τι θέλουν. (Χα, κύριε καριερίστα μου, ευτυχισμένος είσαι που διάλεξες νωρίς αφεντικό.)

Εγώ όμως σκέφτομαι και αισθάνομαι διαφορετικά. Νιώθω το μίσος να με κατακλύζει. Να ποτίζει την ύπαρξή μου με ζωτικούς χυμούς. Να κυλάει στις φλέβες μου και να γίνεται το καύσιμο που κρατάει αναμμένη μέσα μου τη σπίθα της ζωής. Μίσος άδολο, μίσος αυθεντικό, μίσος πολύτιμο στάζει από την ψυχή μου, όπως το μέλι άγριου μελισσιού, στην άκρη του γκρεμού.

**

Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Παρασκευή 12 Ιουνίου 2026, στις 20:00, στον Τεχνοχώρο Φάμπρικα, Μεγ. Αλεξάνδρου 125 & Ευρυμέδοντος, Κεραμεικός. Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο δημοσιογράφος Χρήστος Μέγας και ο βιβλιοκριτικός Σόλωνας Παπαγεωργίου. Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσει και θα σχολιάσει ο ηθοποιός Γιώργος Φασουλάς. Ο Ντίνος Γιώτης θα απαντήσει σε ερωτήσεις του κοινού και θα υπογράψει αντίτυπα του βιβλίου του.

Αθήνα 2.0
Ντίνος Γιώτης
Εκδόσεις Βακχικόν
56 σελ.
ISBN 978-618-231-310-7
Τιμή €10,60

Keywords