Νίκος Μαριώτης

Το βιβλίο Υπόθεση Πολέτη ήταν κάτι που συνέβη, μπορώ να πω, τυχαία.

Τέλη του 2024, σε μια στιγμή που τα νεύρα μου πήραν τον έλεγχο του σώματός μου, έριξα μια γροθιά με όλη μου τη δύναμη, χωρίς να με νοιάζει τίποτα, σε μια σιδερένια πόρτα ασφαλείας.

Έσπασα το χέρι μου. Παραμορφωμένο και μοβ το κρατούσα μα από την ένταση, χωρίς πόνο. Μπήκα στο χειρουργείο και βγήκα το βράδυ. Τέσσερις λάμες εξείχαν από το δέρμα μου στην εξωτερική μεριά της παλάμης, κρατώντας τα οστά στη θέση τους μαζί με μία βίδα.

Τα παυσίπονα δεν έκαναν τίποτα. Το χέρι μου πονούσε για μέρες σαν να μου

το σφίγγανε στη μέγγενη. Υπομονή και υπομονή!

Σαράντα δύο –επίπονες– μέρες αργότερα, συνάντησα τον γιατρό που με χειρούργησε. Έριξε μια ματιά στο δέρμα που είχε αρχίσει να σκαρφαλώνει στα μέταλλο που προεξείχε. Ένεση αναισθητική και μετά με μια λαβίδα τράβηξε εκείνα τα μικρά σίδερα που διαπερνούσαν τα κόκαλά μου στα σωστά σημεία.

{jb_quote}Φοβόμουν πως μαζί με εμένα κάποια στιγμή θα χαθεί και η αγάπη μου για εκείνη.{/jb_quote}

«Η βίδα θα μείνει», μου είπε και πιάνοντας το μαγκωμένο από ακινησία χέρι μου, άρχισε να προσπαθεί να περιστρέψει τον καρπό. Έκανε έναν μορφασμό αποδοκιμασίας. «Δεν το κούναγες. Φοβόσουν;»

«Ναι, γιατρέ».

«Όπως όλοι! Να σου πω, παιχνίδια... video games, παίζεις;»

Του απάντησα μελαγχολικά πως τα είχα κόψει καιρό.

«Ημερολόγιο, τότε». Έτσι μου είπε. «Να κρατάς ημερολόγιο!»

«Βαρετό!» του απάντησα.

«Γράφε στο πληκτρολόγιο. Ό,τι σου ’ρθει! Θα σε βοηθήσει...»

Αυτό με έφερε μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή με τη μικρή κάθετη μπάρα να αναβοσβήνει ανυπόμονη. Δεν τη φοβόμουν, όπως τώρα. Το χέρι μου ήταν ακόμα δύσκαμπτο, όμως ξεκίνησα να γράφω. Πράγματα γνώριμα, τοπία οικεία, μνήμες που συμπληρωνόντουσαν μόνο από όνειρα για να ολοκληρωθούν. Θυμήθηκα τα χρυσά, ελαφρώς κόκκινα στις άκρες, μαλλιά μιας κοπέλας που δεν θα φτάσω ποτέ. Θυμήθηκα τον πόνο που μου προκαλούσαν, έντονα όπως τότε, και την ελπίδα σαν να φυσάω ο ίδιος το πανί και να νομίζω ότι την πλησιάζω.

Βράδια πριν ξεκινήσω να γράφω, ξυπνούσα γιατί φοβόμουν πως μαζί με εμένα κάποια στιγμή θα χαθεί και η αγάπη μου για εκείνη. Τότε ήρθε από μόνη της. Από το ξεκίνημα αυτής της ιστορίας, καθώς έγραφα, ήρθε. Και μέσα σε κάτι δικό μου, χώθηκε πεισματικά σαν να μην ήθελε να μείνει πίσω. «Φως μες στο σκοτάδι».

Έτσι ξεκινούν όλα! Η σπίθα που χρειάζεται κανείς για να ανάψει η φλόγα που θα ακολουθήσει στον ζόφο, μέχρι που, αν είναι τυχερός, να βρει και τη δική του.

Έμπλεξα λοιπόν όσα έβλεπα, ακολουθώντας αυτή τη φλόγα... Το σκηνικό από την εξοχική μας κατοικία – αρκετά όμως αναβαθμισμένο και χωρίς τις βρισιές από το πλυντήριο λίγο πιο κάτω! Τον παππού και τη γιαγιά, που δυστυχώς δεν πρόλαβαν αυτό το βιβλίο. Εκεί βάσισα επίσης το πολιτικό υπόβαθρο της υπόθεσης, καθώς από μικρός θυμάμαι στο σαλόνι του παππού μου, σε διασκεδάσεις, ένα συγκεκριμένο πολιτικό πρόσωπο της δεκαετίας του ’90 να βγάζει λόγους. Τις εντάσεις από ανθρώπους που ψήφιζαν άλλο κόμμα και ήταν ένθερμοι υποστηρικτές. Τα οικογενειακά μυστικά, που ίσως να μην ήταν και τόσο μυστικά. Όπως επίσης και τις ύποπτες ματιές, τα υπονοούμενα και τα λεφτά που εντέλει μπορούν να τα αλλάξουν όλα.

Το βιβλίο αυτό αποτέλεσε για μένα θεραπεία σωματική ως κίνητρο, αλλά και ψυχική με τη διαδικασία και ολοκλήρωσή του. Εναποθέτοντας τελικά σε κάτι απτό και όχι σε ένα επαναλαμβανόμενο όνειρο συναισθήματα, φόβους, ελπίδες, μνήμες και ευσεβείς πόθους, μαζί με μια ταυτότητα που πλέον έχω ξεπεράσει.

Υπόθεση Πολέτη
Νίκος Μαριώτης
Εκδόσεις Βακχικόν
236 σελ.
ISBN 978-618-231-339-8
Τιμή €13,78

Keywords
Τυχαία Θέματα