Maike Weisspflug: «Χάννα Άρεντ»

Τρία κείμενα για τη Χάννα Άρεντ (1906-1975), ανεξάρτητα μεταξύ τους αλλά ασφαλώς συνδεόμενα με το συνολικό έργο της σπουδαίας Γερμανίδας διανοούμενης, απαρτίζουν το βιβλίο της επίσης Γερμανίδας Μάικε Βάισπφλουγκ – πολιτική θεωρητικός η δεύτερη, που σήμερα εργάζεται στο Ομοσπονδιακό Γραφείο για την Ασφάλεια της Διαχείρισης Πυρηνικών Αποβλήτων, στη χώρα της. Η συγγραφέας αποτελεί μια από τις πολλές περιπτώσεις σύγχρονων θεωρητικών που επιχειρούν, τα τελευταία χρόνια, να δουν με διαφορετική οπτική το εξαιρετικά πυκνό σε νοήματα έργο που άφησε πίσω της η κορυφαία Γερμανίδα, έργο αμφίσημο αλλά μεγαλειώδες.

Τρία εργαλεία ερμηνείας του έργου της Άρεντ

Η Μ. Βάισπφλουγκ εξετάζει το έργο της Χ. Άρεντ υπό το πρίσμα τριών μεθοδολογιών, ελπίζοντας πως έτσι θα μπορέσει να αναδείξει την πολυσχιδή σκέψη της. Σε πρώτη φάση, το έργο της Άρεντ εξετάζεται ως μια πρόταση για να εξερευνήσει ο αναγνώστης την πολυμορφία της πολιτικής και να αναπτύξει ανεξάρτητη κριτική σκέψη. Η δεύτερη μέθοδος συνίσταται στη χρήση της λογοτεχνίας για την ερμηνεία πολιτικών νοημάτων. Το τρίτο εργαλείο είναι η πολιτική οριοθέτηση στη σύγχρονη κριτική σκέψη, η δημιουργία δηλαδή ενός σύγχρονου αφηγήματος για το πολιτικό γίγνεσθαι.

Σύμφωνα με τη Βάισπφλουγκ, η Άρεντ επιδίωξε να διατυπώσει μια νέα πολιτική σκέψη σε αντίθεση με την παράδοση κι ως παράδοση στην πολιτική επιστήμη θεωρεί (η Άρεντ) τους τρεις ογκόλιθους που κλόνισαν την παλαιά καθεστηκυία τάξη της παραδοσιακής μεταφυσικής: τον Μαρξ, τον Νίτσε και τον Κίρκεγκορ. Η ρήξη που προκάλεσαν με την παράδοση που κουβαλούσε ο καθένας τους, αποτέλεσε τη βάση και το κίνητρο για να αναπτύξει αργότερα η Άρεντ τις απόψεις της για τον ρατσισμό, τον ολοκληρωτισμό κ.ά.

Ο παρίας και ο… νεόπλουτος

Στο πρώτο από τα τρία κείμενα, η Άρεντ ασχολείται με τη θέση του Εβραίου στη σύγχρονή της Ευρώπη. Διακρίνει τους νεόπλουτους Εβραίους, οι οποίοι αποκτούν την εθνική ταυτότητα του κράτους στο οποίο ζουν, από τους παρίες Εβραίους, οι οποίοι ζουν στον δικό τους φαντασιακό κόσμο, ως «κακότυχοι» μέσα σε μια κοινωνία που είναι εναντίον τους. Το δίλημμα της αφομοίωσης που επιλέγουν κάποιοι πλούσιοι Εβραίοι ή τη στάση του παρία που επιλέγουν συνειδητά ορισμένοι άλλοι είναι για την Άρεντ ταυτοτικό στη ζωή των Εβραίων.

Παρακολουθεί τη ζωή και το έργο τριών διάσημων Εβραίων, του ποιητή Χάινε, του συγγραφέα Κάφκα και του κριτικού λογοτεχνίας Λαζάρ, αλλά και του σκηνοθέτη Τσάπλιν, ο οποίος όμως δεν ήταν εβραϊκής καταγωγής αλλά στήριξε τους κατατρεγμένους Εβραίους της Ευρώπης. Η Γερμανίδα θεωρητικός χρησιμοποιεί τη φιγούρα του παρία, που υπάρχει στο έργο και τη ζωή των προσωπικοτήτων αυτών, στον στοχασμό της πάνω στην έννοια του πολιτικού. Η Βάισπφλουγκ αναλύει τη σκέψη της Άρεντ για τον ολοκληρωτισμό, τον οποίο αντιλαμβάνεται ως μια νίκη της φιλοσοφίας επί της πολιτικής, ως κυριαρχία του ατόμου επί του κοινωνικού συνόλου, ως στέρηση της δυνατότητας του πράττειν.

{jb_quote}Η αντιστροφή των εννοιών, π.χ. της αλήθειας και του ψέματος, η μετατροπή του κράτους σε εγκληματικό θεσμό κ.ά. είναι στοιχεία του καφκικού κόσμου που η Άρεντ χρησιμοποιεί ως ύλη για την πολιτική φιλοσοφία της.{/jb_quote}

Ο αναγνώστης θα διαβάσει εδώ για την κριτική που δέχτηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1950 η Άρεντ για τη στάση που κράτησε απέναντι στα ρατσιστικά επεισόδια στον αμερικανικό Νότο, με πρωταγωνιστές ρατσιστές λευκούς ενάντια σε μαύρα παιδιά που επιχείρησαν να πάνε στα πρώτα μεικτά σχολεία, με την εθνοφρουρά ουσιαστικά να τα εμποδίζει αντί να τα προστατεύει και να τα παραδίδει στον όχλο των λευκών που τα περίμεναν απ’ έξω. Η Άρεντ καταφέρθηκε ενάντια στους γονείς των μαύρων παιδιών, εγκαλώντας τους ότι εργαλειοποίησαν τα παιδιά για τους σκοπούς του αγώνα τους για ισότητα και τα εξέθεσαν δίνοντάς τους να παίξουν έναν ρόλο, τον ρόλο του ακτιβιστή, που ούτε έπρεπε ούτε μπορούσαν να παίξουν. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι αργότερα η Άρεντ αναγνώρισε τη λανθασμένη ερμηνεία της στα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί στον αμερικανικό Νότο.

Η χρήση της λογοτεχνίας

Το δεύτερο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στη λογοτεχνία, για την οποία η Βάισπφλουγκ θεωρεί πως είναι η σημαντικότερη πηγή για την ανάπτυξη της πολιτικής σκέψης της Άρεντ, καθώς με τη βοήθειά της επεξεργάστηκε κεντρικές έννοιες της πολιτικής επιστήμης. Συγκεκριμένοι συγγραφείς και συγκεκριμένα, πασίγνωστα έργα τους επηρέασαν την Άρεντ. Ο πρώτος από αυτούς είναι ο Όμηρος, στον οποίο η Άρεντ αναγνωρίζει τον πρώτο συγγραφέα της ανθρωπότητας που στη διήγησή του ερμηνεύει την πολιτική ως «λόγο και πράξη». Μάλιστα η Άρεντ, κατά τη διαπίστωση της Βάισπφλουγκ, εκθειάζει τον Όμηρο ως εκείνον ο οποίος αποτελεί τη μήτρα για τη μετέπειτα δημιουργία του θεσμού της πόλης, θεσμό στον οποίο ενοποιείται η πολιτική σε «λόγο και πράξη». Οι Έλληνες δημιουργούν την πόλη, κατά την Άρεντ, θεσμοθετώντας την εμπειρία του δίδυμου «λόγος και πράξη», που χαρακτηρίζει τους ήρωες στα ομηρικά έπη.

Αλλά κι ο Κάφκα είναι απολύτως σημαντικός για τη διαμόρφωση της πολιτικής φιλοσοφίας της Άρεντ. «Η φωνή του Κάφκα ακούγεται ξεκάθαρα στα κείμενα της Άρεντ», γράφει η Βάισπφλουγκ. Ο σπουδαίος συγγραφέας, μέσα από τα σκοτεινά έργα του (Ο Πύργος, Η Δίκη κ.ά.) διδάσκει την Άρεντ κι αυτή με τη βοήθειά του καταλήγει σε συμπεράσματα πάνω στα οποία στηρίζεται το σύνολο σχεδόν του έργου της: α) οι κοινωνίες μεταμορφώνονται σε μηχανές, β) αυτές οι μηχανοποιημένες κοινωνίες χάνουν την ουσία τους, και γ) αυτές οι ανούσιες μηχανοποιημένες κοινωνίες έρχονται σε πλήρη ρήξη με τις παραδοσιακές αξίες. Κι όταν συμβαίνει αυτό, γεννιέται ο ολοκληρωτισμός. Η αντιστροφή των εννοιών, π.χ. της αλήθειας και του ψέματος, η μετατροπή του κράτους σε εγκληματικό θεσμό κ.ά. είναι στοιχεία του καφκικού κόσμου που η Άρεντ χρησιμοποιεί ως ύλη για την πολιτική φιλοσοφία της. Θα τα χρησιμοποιήσει χρόνια αργότερα στο βιβλίο της για τον Άντολφ Άιχμαν.

Ο ευρωπαϊκός ρατσισμός

Η διάσημη νουβέλα Η καρδιά του σκότους (1899) του Πολωνοβρετανού συγγραφέα Τζόζεφ Κόνραντ διαμόρφωσε σε σημαντικό βαθμό την άποψη της Άρεντ για το ζήτημα της αποικιοκρατίας και του ρατσισμού. Η Βάισπφλουγκ εξετάζει την πρόσληψη της διάσημης νουβέλας από την Άρεντ, τις σκέψεις της για το έργο αυτό, αλλά και τις αντιδράσεις που προκάλεσε η Άρεντ με τα κείμενά της ειδικά για αυτή τη νουβέλα. Το πρόβλημα, όπως καταγράφτηκε ιστορικά, είναι ότι η Άρεντ δεν καταδίκασε ρητά τον ρατσισμό που αναδύεται μέσα από το θρυλικό κείμενο του Κόνραντ, αλλά κατήγγειλε την Ευρώπη, η οποία επέτρεψε τη διάπραξη εγκλημάτων στις αποικίες που διατηρούσαν κάποιες χώρες της στην Αφρική – η Γερμανία ήταν μια από αυτές. Για την Άρεντ δεν υπάρχει άλλος δρόμος από το να απαιτούμε από τον καθένα να σκέπτεται και να κατανοεί από μόνος του ακόμα και για πράγματα που δύσκολα γίνονται ανεκτά, όπως ο ρατσισμός, τα εγκλήματα στις αποικίες, ο ολοκληρωτισμός. Ασφαλώς, αυτή η αιρετική αντίληψη εμφανίζεται κι αλλού στο έργο της Άρεντ, συγκεκριμένα στο βιβλίο της για τον εγκληματία Άντολφ Άιχμαν, αντισυνταγματάρχη των Ες-Ες κι επικεφαλής του Γραφείου Εβραϊκών Υποθέσεων της Γκεστάπο.

Η Άρεντ θεωρεί ότι οι Ευρωπαίοι ανακάλυψαν στην Αφρική, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία, πώς μπορεί να εφαρμοστεί ο ρατσισμός ως μια πραγματικά αποτελεσματική ιδεολογία – λίγα χρόνια αργότερα, το «πείραμα» επιβεβαιώθηκε στην περίπτωση της ανόδου του ναζισμού στην Γερμανία. Η Βάισπφλουγκ δεν διστάζει να αναδείξει τις αδυναμίες της συγκεκριμένης ανάλυσης της Άρεντ, κυρίως το γεγονός ότι τόσο στην ανάλυση του βιβλίου του Κόνραντ όσο και στην κάλυψη της δίκης του Άιχμαν δεν συμπεριέλαβε την άποψη της άλλης πλευράς, των Αφρικανών και των Εβραίων αντίστοιχα. Άλλες αναλύσεις στο δεύτερο κεφάλαιο περιλαμβάνουν τις θέσεις της Άρεντ για λογοτέχνες όπως ο Χέρμαν Μέλβιλ και ο Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Στο τρίτο κεφάλαιο, η Βάισπφλουγκ αναζητά την οριοθέτηση της πολιτικής συζήτησης σε μια εποχή που διαφέρει από εκείνη όπου έγραφε η Άρεντ, μια εποχή κατά την οποία η κλιματική αλλαγή και τα περιβαλλοντικά ζητήματα έχουν αλλάξει δραματικά την πολιτική ατζέντα και τις προτεραιότητες της πολιτικής κριτικής. Ή μήπως όχι;

Ο Αρχιμήδης, σύμφωνα με τον μύθο, υποστήριζε ότι εάν είχε ένα μόνο σταθερό σημείο στο σύμπαν κι έναν κατάλληλο μοχλό, θα μπορούσε να κινήσει ολόκληρη τη γη. Αν η επιστήμη είναι ο μοχλός, το σταθερό σημείο που αναζητάει η σύγχρονη πολιτική επιστήμη, κατά την Άρεντ, είναι η απόσταση από τα αντικείμενα που πρέπει να μελετηθούν. Στόχος της σύγχρονης πολιτικής σκέψης δεν είναι, φυσικά, να κινήσουμε τη γη, αλλά όπως πιστεύει η Άρεντ, η μεγάλη Γερμανίδα θεωρητικός της πολιτικής, να δημιουργηθεί ένας καλύτερος κόσμος, όπου θα κυριαρχεί το μεγαλείο του ανθρώπου και «η αξιοπρέπεια όλων όσων φέρουν ανθρώπινο πρόσωπο».

Χάννα Άρεντ
Η τέχνη να σκεφτόμαστε πολιτικά
Μάικε Βάισπφλουγκ
Μετάφραση: Σούλα Ζαχαροπούλου
Επιστημονική επιμέλεια: Ανδρέας Βλαζάκης
Έναστρον
400 σελ.
ISBN 978-960-625-102-3
Τιμή €17,00

Keywords