Δύο διηγήματα του Δημήτρη Λεβέντη

08:17 5/8/2026 - Πηγή: Diastixo

ΣΤΙΣ ΑΤΡΑΠΟΥΣ ΤΟΥ ΙΠΠΟΚΑΜΠΟΥ

Έκανε σαν παιδί από τη χαρά του ο πατέρας, όταν του έδωσα το δώρο. Βιβλίο, βέβαια – τι άλλο; Το χάιδεψε, το μύρισε, είπε «ευχαριστώ» με εκείνον τον λεπτεπίλεπτο, γλυκό του τρόπο και ρίχτηκε αμέσως στο διάβασμα.

Τον άφησα να κάθεται στη βεράντα και πήγα μέσα να συμμαζέψω και να του μαγειρέψω. Αργότερα, πήγα και κάθισα κοντά του. Διάβαζε ακόμα.

«Άκου αυτό», μου λέει:

«Να μην ξεχάσεις τουλάχιστον τη λέξη. Να την κρατήσεις
πιο μέσα, πιο βαθιά απ’ το φόβο…»

Είχε σχεδόν δακρύσει. «Ευχαριστώ, Ισμήνη», είπε και μου έπιασε το χέρι.

Έφυγα

και επέστρεψα όταν είχε πια νυχτώσει. Τον βρήκα στο κρεβάτι να κοιμάται· όπως κάθε βράδυ. Με το βιβλίο τακτοποιημένο τρυφερά δίπλα στο κομοδίνο του και τον σελιδοδείκτη κάπου στη μέση· όπως κάθε βράδυ.

Φεύγοντας, πήρα το βιβλίο μαζί μου. Όταν θα πήγαινα στο σπίτι μου, θα το τύλιγα όμορφα να του το κάνω δώρο αύριο πάλι.

Δεν θα θυμόταν τίποτα από τα σημερινά, θα έκανε όμως την ίδια χαρά και, όταν ερχόταν η ώρα, θα μου διάβαζε τους ίδιους στίχους πάλι.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Ο ιππόκαμπος είναι δομή του ανθρώπινου εγκεφάλου που συμμετέχει στη μεταφορά πληροφοριών από τη βραχυπρόθεσμη στη μακροπρόθεσμη μνήμη, καθώς και στην πλοήγηση στον χώρο (λειτουργεί ως ο «σκληρός δίσκος» των νέων αναμνήσεων). Η εμπροσθόδρομη αμνησία (anterograde amnesia) είναι η αδυναμία σχηματισμού νέων αναμνήσεων. Στα αρχικά και μεσαία στάδια της νόσου Αλτσχάιμερ πλήττεται ο ιππόκαμπος, με αποτέλεσμα ο ασθενής να θυμάται με λεπτομέρειες το παρελθόν του, αλλά να διαγράφει τα πρόσφατα γεγονότα.
[2] Οι στίχοι προέρχονται από το ποίημα του Γιάννη Ρίτσου «Μέσ’ απ’ το πηγάδι», από τη συλλογή Πάροδος, Εκδόσεις Κέδρος, Νοέμβριος 1980.

ΞΟΔΕΜΕΝΟ ΤΟ ΑΙΜΑ, ΑΚΡΙΒΟ ΣΤΙΣ ΟΧΘΕΣ ΤΗΣ ΜΝΙ-ΟΥΑ-ΚΑΝ

Ο Τασούνκε δεν ξεχώριζε καθόλου ανάμεσα στα καλάμια της όχθης. Εντελώς ακίνητος, με την ανάσα και τους χτύπους της καρδιάς σε αρμονία με τους ήχους, τα χρώματα και τις οσμές της κάθε στιγμής, περίμενε.

Ήξερε καλά γιατί βρισκόταν εδώ• ήξερε πως μ’ αυτό που έκανε τιμούσε τις παραδόσεις της φυλής των Λακότα. Για να γίνει η τελετή, όφειλε ο ίδιος να φροντίσει για την απόκτηση των πολύτιμων φτερών. Μέσα του, όμως, κάτι σαν θλίψη τον βάραινε. Η ευθύνη για την απώλεια της ομορφιάς, ίσως.

Να όμως που ήρθε η ώρα. Στα ήρεμα νερά της λίμνης καθρεφτίστηκε η μεγαλόπρεπη φιγούρα του Ουάν-μπλι, που ζυγιαζόταν αθόρυβα ψηλά, στις αμόλυντες ροές του ανέμου.

Το βέλος ήταν ήδη έτοιμο, περασμένο στη χορδή. Την τέντωσε, έστρεψε το τόξο αργά προς τα πάνω και στόχευσε, ζητώντας για ακόμη μία φορά συγχώρεση από το πνεύμα του μεγάλου αετού.

Καθώς το βέλος έφευγε, αντιλήφθηκε έναν ανεπαίσθητο θόρυβο πίσω του. Ακολούθησε ένα βραχύ, βαρύ σφύριγμα και ένας οξύς, αβάσταχτος πόνος στην πλάτη που τον συντάραξε. Ίσα που πρόλαβε να δει την αιχμή του βέλους να προβάλλει από το στήθος του.

Ο Ματόπα πλησίασε το γερμένο κορμί του εχθρού και τράβηξε το μαχαίρι από τη θήκη. Καθώς του αφαιρούσε τελετουργικά το σκαλπ, το πρόσωπο του Τασούνκε καθρεφτίστηκε στο νερό. Ο Ματόπα ήξερε πως μ’ αυτό που έκανε τιμούσε τις παραδόσεις των Κράου• πως το πνεύμα του αδελφού του θα ελευθερωνόταν τώρα που ο φονιάς του ήταν νεκρός. Μέσα του, όμως, κάτι σαν θλίψη τον βάραινε. Η ευθύνη για την απώλεια της ομορφιάς, ίσως.

Ένας ανεπαίσθητος θόρυβος ακούστηκε πίσω του…

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] Οι φυλές των Λακότα (Σιου) και των Κράου (Crow) υπήρξαν παραδοσιακοί και ορκισμένοι εχθροί στις Μεγάλες Πεδιάδες της Βόρειας Αμερικής. Η έχθρα τους ήταν βαθιά ριζωμένη, καθώς ανταγωνίζονταν για τα εδάφη κυνηγιού του βουβαλιού και την κυριαρχία στην περιοχή. Οι πολεμικές τους συγκρούσεις δεν είχαν στόχο την ολοκληρωτική εξόντωση, αλλά την επίδειξη γενναιότητας και την απόκτηση τιμής. Αν και νομαδικές, οι δύο φυλές μοιράζονταν και διεκδικούσαν τις ίδιες εκτάσεις, με επίκεντρο περιοχές όπως οι Μαύροι Λόφοι (Black Hills) και η Λίμνη του Διαβόλου (Devil’s Lake) της Βόρειας Ντακότα. Στη γλώσσα των Λακότα, η συγκεκριμένη λίμνη ονομαζόταν Mniwákaŋ (Μνι-ουά-καν), που σημαίνει «Ιερό Νερό» ή «Πνευματικό Νερό». Πριν ο ανταγωνισμός τους πάρει αιματηρή τροπή, οι δύο φυλές είχαν ζήσει για ένα διάστημα μαζί γύρω από τις όχθες της.
[2] Η λέξη Waŋblí (Ουάν-μπλι) είναι η ονομασία του αετού (συγκεκριμένα του χρυσαετού) στη γλώσσα Λακότα. Για τους ιθαγενείς, ο αετός δεν ήταν απλώς ένα αρπακτικό, αλλά ο «αγγελιοφόρος του Μεγάλου Πνεύματος» (Wakan Tanka), το ον που πετάει πιο ψηλά από όλα και μεταφέρει τις προσευχές των ανθρώπων στον δημιουργό. Τα φτερά του αετού αποτελούσαν το πολυτιμότερο ιερό αντικείμενο για έναν πολεμιστή. Κάθε φτερό στολισμού (π.χ. στην ινδιάνικη κόμμωση) έπρεπε να κερδηθεί με πράξεις γενναιότητας ή μέσω συγκεκριμένης τελετουργικής κυνηγετικής διαδικασίας. Επειδή ο αετός θεωρούνταν ιερός αδελφός, ο κυνηγός όφειλε να προσευχηθεί, να εξηγήσει στον αετό την ανάγκη του και να ζητήσει συγχώρεση από το πνεύμα του πριν απελευθερώσει το βέλος.
[3] Στην κουλτούρα των Κράου (αλλά και των Λακότα), ο θάνατος ενός μέλους της φυλής από εχθρικό χέρι δημιουργούσε ένα «χρέος αίματος». Πίστευαν ότι το πνεύμα του νεκρού παρέμενε παγιδευμένο και δεν μπορούσε να ταξιδέψει στους αιώνιους κυνηγότοπους, αν δεν εκδικούνταν τον θάνατό του. Η αφαίρεση του σκαλπ του εχθρού, αν και σοκάρει το δυτικό μάτι, ήταν μια βαθιά τελετουργική πράξη που επισφράγιζε τη νίκη, απορροφούσε τη δύναμη του αντιπάλου και αποκαθιστούσε την πνευματική ισορροπία της φυλής.

Ο Δημήτρης Λεβέντης γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια, μεγάλωσε στο Παλαιό Φάληρο και σπούδασε στη Θεσσαλονίκη. Ζει και γράφει στα Κύθηρα. Έχει εκδώσει τη συλλογή μικρών ιστοριών Ου παντός πλειν ες Κύθηρα (εκδ. Γαβριηλίδης, 2010). Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στο ιστολόγιο Bonsai Stories Flash Fiction.

Keywords
Τυχαία Θέματα