Vinciane Despret: «Για την ευτυχία των νεκρών»

Θα ξεκινήσω από τον Πρόλογό μου στο βιβλίο της Βενσιάν Ντεπρέ, ο οποίος στοχεύει να αναδείξει τη βιωματική ιστορία που απετέλεσε το έναυσμα, καθώς και το ξετύλιγμα της ιστορίας, που οδήγησαν στην ελληνική έκδοση αυτού του βιβλίου. Να τονίσει επίσης τη σημασία της ομαδικής δουλειάς για την προετοιμασία αυτής της έκδοσης, που λειτούργησε και για εμάς, όσοι δουλέψαμε γι’ αυτό το βιβλίο, συγχρόνως ως μία άσκηση «εργασίας του πένθους», αλλά και ως ευκαιρία στοχασμού επί του πένθους. Ή και γενικότερα ως επιστημολογικός προβληματισμός χάρη στο πένθος – και στα

απρόοπτά του. Ένα ταξίδι στην άκρη του πένθους, για να παραφράσω τον Σελίν. Όπως εξάλλου και ο τίτλος του βιβλίου κλείνει το μάτι στον Ζολά, στην «Ευτυχία των Κυριών». Περίεργη συνύπαρξη της ευτυχίας με τους νεκρούς, που αγγίζει ακριβώς την καρδιά αυτού του βιβλίου.

Το βιβλίο Για την ευτυχία των νεκρών –και κυρίως οι ιστορίες του, οι πολλαπλές αφηγήσεις του, που απλώνονται χωρίς αξιολογική ιεράρχηση σε όλα τα επίπεδα: γραπτές ή προφορικές μαρτυρίες, εκμυστηρεύσεις, φιλικοί διάλογοι ή συνεντεύξεις, ερευνητικά δεδομένα, σκέψεις, αποσπάσματα, αναφορές, τηλεοπτικές σειρές κ.ο.κ.– αρχικά μας ξενίζει και στη συνέχεια μας παρασύρει στις νομαδικές περιπλανήσεις του (ας μου επιτραπεί η έκφραση που έμμεσα δανείζομαι από την Isabelle Stengers). Μας αγγίζει όλους σε συναισθηματικό ή και γενικότερα σε ψυχονοητικό επίπεδο, αλλά μας ταρακουνά και σε επιστημολογικό επίπεδο.

Ο ιδιαίτερα πρωτότυπος και «ζωντανός» τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας πραγματεύεται το θέμα της απετέλεσε για εμάς ένα βασικό ερέθισμα. Καταρχήν, θέτει ένα κρίσιμο ερώτημα στη σύγχρονη κοινωνική προτροπή, που σχεδόν συστηματικά επιβάλλεται σε όσους βρίσκονται αντιμέτωποι με την απώλεια ενός κοντινού τους προσώπου και συνοψίζεται στη φράση: «Να κάνεις το πένθος σου». Η φράση αυτή συμβαδίζει με την ψυχολογίζουσά της εκδοχή, που κάτω από τον όρο «εργασία του πένθους» συστηματοποιεί και ομογενοποιεί μια εξιδανικευμένη τυποποίηση του «κλεισίματος» της διαδικασίας του πένθους ως έναν τελικό «στόχο» προς εκπλήρωση. Το ερώτημα που θέτει η συγγραφέας έρχεται κυρίως να κλονίσει μια βεβαιότητα, η οποία περιβάλλεται από ένα επιστημονικοφανές κύρος. Μια κατάφαση που ταιριάζει με την ταχύτητα της εποχής μας. Το πένθος μετατρέπεται σε ένα βάρος που πρέπει σε εύλογο χρόνο να ξεφορτωθούμε, ακολουθώντας τις κατάλληλες οδηγίες. Να απαλλαγούμε τελείως από αυτό.

{jb_quote}Το ερώτημα που θέτει η συγγραφέας έρχεται κυρίως να κλονίσει μια βεβαιότητα, η οποία περιβάλλεται από ένα επιστημονικοφανές κύρος.{/jb_quote}

Η προσέγγιση που προτείνει η συγγραφέας επιτρέπει, χωρίς καμία προκατάληψη, το άκουσμα των ιστοριών ανθρώπων που έχουν χάσει τους δικούς τους ανθρώπους. Διδάσκεται από τους απρόσμενους τρόπους που οι ζωντανοί υποδέχονται την παρουσία των νεκρών τους. Διαμορφώνει μια μέθοδο προσέγγισης της απώλειας, της απουσίας αλλά και της παρουσίας των ανθρώπων που χάσαμε: Μπορούν αυτοί να μας προσφέρουν τη βοήθειά τους, να μας στηρίζουν και να μας παρηγορούν; Μπορούν να συνεχίσουν να συνομιλούν μαζί μας (και μάλιστα επ’ αορίστω χρόνω); Μπορεί να αποτελεί αυτός ο απρόσμενος διάλογος έναν τρόπο να ζήσει (ή και να ζει) κανείς ένα πένθος, έτσι ώστε να μπορεί να συνεχίζει να ζει όσο το δυνατόν καλύτερα; Μπορεί να λειτουργήσουν συμπληρωματικά οι κανόνες της εργασίας του πένθους μαζί με αυτού του είδους την ελευθερία του πένθους; Ή του αισθήματος ελευθερίας που επιτρέπει αυτή η απαγκίστρωση από διάφορες αγκυλώσεις; Μπορούν να υπάρχουν φυσιολογικές εκδηλώσεις μιας «τρέλας» του πένθους, που να είναι ευπρόσδεκτες και καλοδεχούμενες ως εκδηλώσεις ζωής; Νομίζω ότι ο κάθε αναγνώστης θα δώσει μια δική του απάντηση στο ερώτημα αυτό.

Μετά την οριστική απώλεια αγαπημένων μας ανθρώπων (και, όλως παραδόξως, κάποιες φορές όχι και τόσο αγαπημένων), ανοίγεται ένας παράξενος χώρος μεταξύ ύπαρξης και ανυπαρξίας, που κάθε προσπάθεια να τον εξηγήσουμε τείνει να τον καταργήσει, καθώς τον υποτάσσει σε μια πίστη ή σε μια ιδεολογία – καθώς, τελικά, τον λογοκρίνει. Ένας χώρος αυθύπαρκτος, εφόσον βέβαια εμείς οι ζωντανοί τού επιτρέψουμε να υπάρξει χάρη στις αφηγήσεις μας. Και να δώσουμε σε αυτούς που χάσαμε το πλεόνασμα ύπαρξης που θεωρούμε ότι αξίζει – γι’ αυτούς, για εμάς, για τους άλλους. Εγκαθιδρύοντάς τους σε έναν χώρο που αυτοί ορίζουν, τοποθετώντας τους σε δικούς τους τρόπους ύπαρξης, σύμφωνα με τον Bruno Latour (σσ. 22-23). Καλλιεργώντας μια τέχνη τού να περνάει κανείς από έναν κόσμο σε έναν άλλο χωρίς να χάνει την ισορροπία του (σ. 153), αντέχοντας την αμφισημία, εφευρίσκοντας νέες μορφές σχέσεων, ασκούμενος σε νέους τρόπους συνύπαρξης. Με ιστορίες που κατασκευάζουν μια παρουσία, που δεν μνημονεύουν απλώς ένα γεγονός, αλλά αποτελούν οι ίδιες γεγονός (σ. 213). Χωρίς να αναζητά αυτό που θα ξεπεραστεί, αλλά ίσως το πώς κάτι νέο θα καλλιεργηθεί (σ. 168).

Προτιμώ να σταματήσω εδώ, ώστε να αφήσω το πεδίο ελεύθερο σε κάθε αναγνώστη να αφεθεί στο ταξίδι που το βιβλίο προτείνει, σε δρόμους πρωτόγνωρους που ξαφνιάζουν αλλά και ανακουφίζουν, ανάμεσα σε ένα πλήθος μαρτυρίες και σε έναν πλούτο βιβλιογραφίας. Να εξερευνήσει –ίσως και να αφηγηθεί– έναν δικό του δρόμο. Ίσως εδώ να βρίσκεται ένα σημαντικό στοιχείο της γοητείας που άσκησε το βιβλίο σ’ εμάς, αλλά που θα μπορέσει να αγγίξει και τον κάθε αναγνώστη.

Για την ευτυχία των νεκρών
Αφηγήσεις αυτών που μένουν πίσω
Vinciane Despret
Επιμέλεια-Πρόλογος: Γρηγόρης Αμπατζόγλου
Μετάφραση: Έλενα Γεωργιάδη
University Studio Press
232 σελ.
ISBN 978-960-12-2694-1
Τιμή €16,00

Keywords
Τυχαία Θέματα
Vinciane Despret, Για,Vinciane Despret, gia