George Monbiot – Peter Hutchison: «Το αόρατο δόγμα»

[Η δημοκρατία] δεν είναι υπέρτατη ή απόλυτη αξία.
Φρίντριχ Χάγιεκ

Αν θέλαμε να πούμε ένα μόνο όνομα προκειμένου να αναφερθούμε στο νεοφιλελεύθερο δόγμα, χωρίς αμφιβολία κατάλληλο θα ήταν αυτό του Χάγιεκ. Όχι μόνο λόγω της αναλυτικής του δεινότητας, αλλά και της δυνατότητας εκλαΐκευσης θέσεων, οι οποίες θα μπορούσε να θεωρηθούν το λιγότερο παράδοξες.

Όλες οι έρευνες, σε ολόκληρο τον κόσμο, όταν θέτουν στους πολίτες το ερώτημα για την αποδοχή των βασικών τοποθετήσεων του νεοφιλελευθερισμού, δείχνουν πως η μεγάλη πλειοψηφία τις απορρίπτει – πανηγυρικά, πολλές φορές. Προκαλούν

τη δημόσια απέχθεια, όπως σημειώνουν οι Μονμπιό και Χάτσισον. Το γεγονός πως αυτές, ειδικά μετά τα ’80s, καθορίζουν, σε μεγάλο βαθμό, τις δημόσιες οικονομικές –και όχι μόνο– πολιτικές δεν είναι δείκτης της αποδοχής τους. Μπορεί δε να εξηγηθεί περισσότερο ως αποτέλεσμα της διαμόρφωσης ενός συσχετισμού δύναμης, ο οποίος ευνοεί προκλητικά τους πλούσιους – και ακόμα περισσότερο τους υπερπλούσιους.

Όπως σημειώνεται στο βιβλίο των Μονμπιό και Χάτσισον Το αόρατο δόγμα, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Καστανιώτη σε μετάφραση της Μαριάννας Τζιαντζή, από το 1989 κι έπειτα οι υπερπλούσιοι στις ΗΠΑ έγιναν πλουσιότεροι κατά 21 τρισεκατομμύρια δολάρια, ενώ το φτωχότερο μισό του πληθυσμού φτώχυνε κι άλλο. Σύμφωνα με την Credit Suisse, το 2020 το 12% του παγκόσμιου πληθυσμού κατείχε το 85% του πλούτου, ενώ το κατώτερο 55% είχε στη διάθεσή του το 1%!

Η επικράτηση στους κύκλους, που καθορίζουν τις δημόσιες πολιτικές, της νεοφιλελεύθερης vulgata έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη. Πράγμα απόλυτα δικαιολογημένο, στο μέτρο που, για τους οπαδούς του Χάγιεκ, οι οποίοι επί δεκαετίες, από τον μεσοπόλεμο ήδη, με εκατοντάδες, αδρά χρηματοδοτούμενα από τους μεγαλοκατόχους ιδιοκτησίας, think tanks, είχαν την αναμφισβήτητη πεποίθηση πως «ό,τι είναι καλό και χρήσιμο απορρέει από την ανισότητα».

Στο εξαιρετικά επιδραστικό Σύνταγμα της Ελευθερίας, ο Χάγιεκ, «απέρριπτε την πρωταρχικότητα ιδεών όπως είναι η δημοκρατική ελευθερία και ισότητα, τα οικουμενικά ανθρώπινα δικαιώματα, η δίκαιη κατανομή του πλούτου. Όλα όσα χαλιναγωγούν τη συνεισφορά των πλουσίων και των ισχυρών εντάσσονταν στην απόλυτη ελευθερία από τον καταναγκασμό –δηλαδή στην ελευθερία να κάνει κανείς ό,τι θέλει–, την οποία ο νεοφιλελευθερισμός απαιτούσε. Αντίθετα, η δημοκρατία, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, “δεν είναι υπέρτατη ή απόλυτη αξία”. Στην πραγματικότητα, […] η ελευθερία εξαρτιόταν από την παρεμπόδιση της πλειοψηφίας να επιβάλλει τις επιλογές της στην κατεύθυνση που θα μπορούσαν να ακολουθήσουν η πολιτική και η κοινωνία» (σελ. 34).

{jb_quote}Με την ανάλυσή τους, αποδομούν πλήρως και την ιδέα πως ο καπιταλισμός είναι ιδιαίτερα συμβατός με τη δημοκρατία.{/jb_quote}

Η θεμελιακή ιδέα πίσω από αυτή τη στάση είναι πως οι οικονομικές ελίτ είναι κάτι σαν τους πρωτοπόρους επιστήμονες. Ξοδεύουν τα χρήματά «τους» με νέους και δημιουργικούς τρόπους, αποτελούν τους «ιχνηλάτες», που «πειραματίζονται με νέους τρόπους ζωής». Οι πολύ πλούσιοι, λοιπόν, θα πρέπει να πράττουν χωρίς περιορισμούς από το δημόσιο συμφέρον ή την κοινή γνώμη. Γι’ αυτό η ανισότητα είναι «κάτι το ωραίον».

Βέβαια, αυτή η ιδέα έρχεται από τις απαρχές του φιλελευθερισμού. Σύμφωνα με τον οποίο, η ελευθερία είναι, πρώτα απ’ όλα, οικονομική ελευθερία, ελευθερία της ιδιοκτησίας. Απηχεί χαρακτηριστικά, για παράδειγμα, ένα από τα πολλά, έναν από τους πατέρες της αμερικανικής ανεξαρτησίας, τον Τζέιμς Μάντισον για το πώς η «υπερβολική δημοκρατική εξουσία των μαζών θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάπνιξη των “μειοψηφικών δικαιωμάτων” των ελίτ» (σελ. 34). Και πάει ακόμα πιο πίσω, στον θεμελιωτή της φιλελεύθερης κοσμοαντίληψης, τον Τζον Λοκ, ο οποίος, το 1689 ήδη, κήρυττε ότι «στην αρχή ο κόσμος όλος ήταν μια Αμερική», μια terra nullius, όπου ο πλούτος περίμενε κάποιον να τον παραλάβει. Ποιος; Μα, αυτός που θα έκανε τη γη κι όλο τον πλούτο ιδιοκτησία του μέσα από τη σκληρή δουλειά. Μόνο που στις αληθινές «Αμερικές» ζούσαν ήδη, όταν πήγαν οι αποικιοκράτες, εκατομμύρια άνθρωποι, οι οποίοι με τη δουλειά τους τη διαμόρφωσαν για τη διαβίωσή τους. Η Αμερική δεν ήταν terra nullius, έπρεπε να γίνει terra nullius. Αυτό δεν έγινε με τη σκληρή δουλειά των ρεμαλιών του Κορτές ή του Πισάρο, αλλά με την υποταγή, την εκμηδένιση, την ανηλεή εξολόθρευση των «Ινδιάνων». Και στη συνέχεια, με την πραγματικά σκληρή δουλειά των εξαθλιωμένων μεταναστών από την Ευρώπη και ολόκληρο τον κόσμο ή των Αφρικανών δούλων.

Με άλλα λόγια, το ιδρυτικό δόγμα του τωρινού νεοφιλελευθερισμού είχε διατυπωθεί πολύ πριν. Όπως το έθεσε εξαιρετικά ο ΜακΦέρσον, στο Ατομικισμός και ιδιοκτησία, επρόκειτο για το δόγμα του κτητικού ατομικισμού, που διαμόρφωσε το παραμύθι του καπιταλισμού. Οι συγγραφείς ισχυρίζονται πως είναι «το μεγαλύτερο προπαγανδιστικό πραξικόπημα στην ιστορία της ανθρωπότητας» (σελ. 27).

Οι Μονμπιό και Χάτσισον, με την ανάλυσή τους, αποδομούν πλήρως και την ιδέα πως ο καπιταλισμός είναι ιδιαίτερα συμβατός με τη δημοκρατία. Ο μέντορας του Χάγιεκ, ο φον Μίζες, ήταν απολύτως σαφής: οι ναζιστές αποτέλεσαν υπερασπιστές του ευρωπαϊκού πολιτισμού απέναντι στις ορδές του «κολεκτιβισμού» – στον τελευταίο, μάλιστα, ανήκε ακόμη και ο Ρούσβελτ! Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι το νεοφιλελεύθερο δόγμα βρήκε εφαρμογή κατ’ αρχάς στις σκληρότατες δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής, με πρώτη αυτή του Πινοσέτ, ο οποίος, με τη βοήθεια των Chicago Boys του Μίλτον Φρίντμαν, ιδιωτικοποίησε τα πάντα, μηδένισε τους φόρους στον πλούτο και τα κέρδη, διέλυσε όλες τις δημόσιες υποδομές και τα όποια ψήγματα πρόνοιας και φροντίδας.

Η τεράστια άσκηση κρατικής βίας είναι θεμελιώδες, όχι συγκυριακό, στοιχείο αυτής της κοσμοαντίληψης. Γιατί η «ελεύθερη αγορά» απαίτησε, ιστορικά και ακόμη, ένα πολύ παρεμβατικό κράτος. Το «ελάχιστο κράτος» της Θάτσερ ή του Ρίγκαν είναι ένα πολύ μεγάλο κράτος. Μόνο που η χρηματοδότηση πήγε από τα σχολεία, τα νοσοκομεία, την κοινωνική ασφάλιση και τις δημόσιες υποδομές στην αστυνομία, στον στρατό και στην πολεμική οικονομία, η οποία όλο και περισσότερο επικρατεί.

Το νεοφιλελεύθερο κράτος είναι ένα πολύ μεγάλο κράτος, το οποίο αποτελεί την έσχατη καταφυγή, όταν ξεσπά η μεγάλη κρίση και πρέπει να διασωθούν οι διαπρύσιοι, κατά τα άλλα, υποστηρικτές της ελεύθερης αγοράς και της ανταγωνιστικότητας, οι τράπεζες, τα φαντς, οι μεγαλοολιγάρχες, όσοι είναι, κατά την αποκαλυπτική διατύπωση, too big to fail, «πολύ μεγάλοι για να αποτύχουν»! Οι οποίοι, ύστερα από όλα αυτά, διακηρύττουν πως είναι έτοιμοι να μετατρέψουν και τον διαπλανητικό χώρο σε ρίαλ εστέιτ.

Μια τέτοια πολιτική ήταν λογικό, λοιπόν, να οδηγήσει στην έλευση των σημερινών πολιτικών strongmen. Εκεί που δεν κάνει τη δουλειά η δημοκρατία, την κάνει ο Τραμπ, ο Όρμπαν, ο Ερντογάν, ο Μιλέι, ο Μπολσονάρου και σύμπασα η ακροδεξιά – το βιβλίο κάνει λόγο για κλόουν δολοφόνους.

Οι νεοφιλελεύθεροι αντιμετωπίζονταν, από την κρίση του 1929 και τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, ως μια γραφική σέχτα. Αναφέρθηκα ήδη στον καθόλου αντικαπιταλιστή Ρούζβελτ, ο οποίος, στην προσπάθεια διάσωσης από τη μεγάλη κρίση, έλεγε: «Η ελευθερία μιας δημοκρατίας είναι επισφαλής, όταν οι άνθρωποι ανέχονται την ανάπτυξη της ιδιωτικής εξουσίας σε βαθμό που αυτή γίνεται ισχυρότερη από το ίδιο το δημοκρατικό κράτος τους. Κατ’ ουσίαν αυτό είναι φασισμός» (σελ. 109).

{jb_quote}Μια εξαιρετική, ευσύνοπτη και επαρκώς τεκμηριωμένη έκθεση του νεοφιλελεύθερου δόγματος, των πολιτικών που προάγει και των συνεπειών τους.{/jb_quote}

Αυτό είναι φασισμός. Που δεν θα επικρατούσε, ωστόσο, αν οι ομοϊδεάτες του Ρούζβελτ κεντροαριστεροί δεν προσχωρούσαν στον νεοφιλελευθερισμό, δίνοντάς του ισχυρή νομιμοποίηση. Ο Κλίντον, ο Μπλερ, ο Μιτεράν στον καιρό τους έκαναν περισσότερα για την κατίσχυση του δυσώνυμου δόγματος από την ίδια τη Θάτσερ. Έτσι, «…ο άνθρωπος εξαιτίας του οποίου απέτυχε η υποψηφιότητα της Χίλαρι Κλίντον για την προεδρία το 2016 δεν ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ. Ήταν ο σύζυγός της» (σελ. 43).

Οι Μονμπιό και Χάτσισον δείχνουν πόσο ο κόσμος δεν έχει καμιά τύχη όσο οι νεοφιλελεύθερες επιδιώξεις κανοναρχούν το μέλλον. Σε έναν πλανήτη, που βρίσκεται στο κατώφλι της κλιματικής κατάρρευσης, οι πλούσιες χώρες δίνουν –όταν τα δίνουν– 33 φορές περισσότερα χρήματα σε ενισχύσεις της βιομηχανίας ορυκτών καυσίμων από ό,τι σε βοήθεια των χωρών της περιφέρειας. Επιπλέον, διαθέτουν 10 φορές περισσότερα για την οχύρωση των συνόρων τους απέναντι στους μετανάστες από ό,τι στην αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης – ενώ είναι πολύ πιθανόν πως, μέχρι το 2030, 2 δισεκατομμύρια άνθρωποι θα εγκλωβιστούν σε κλιματικά αφιλόξενα μέρη με πιθανότατη «επιλογή» να μετατραπούν σε κλιματικούς πρόσφυγες. Με την υποκρισία να περισσεύει: ο ιδιαίτερα «ευαίσθητος» για τις πράσινες πολιτικές Μπιλ Γκέιτς είναι υπεύθυνος ατομικά, λόγω των αεροπορικών μετακινήσεών του, π.χ., για την εκπομπή 7.500 τόνων διοξειδίου του άνθρακα ετησίως, ενώ η μέση εκπομπή δεν πρέπει να υπερβαίνει τους 2 τόνους.

Το βιβλίο είναι μια εξαιρετική, ευσύνοπτη και επαρκώς τεκμηριωμένη έκθεση του νεοφιλελεύθερου δόγματος, των πολιτικών που προάγει και των συνεπειών τους. Ο τίτλος αναφέρεται σε «αόρατο δόγμα», γιατί πραγματικά ελάχιστοι από τους πρακτικούς εφαρμοστές του αποδέχονται για τον εαυτό τους τον όρο «νεοφιλελεύθερος». Πράγμα ενδεικτικό για το ίδιο το δόγμα, που καταστρέφει με ραγδαίο πια ρυθμό τις ίδιες τις βάσεις της ύπαρξής μας στον πλανήτη.

Οι Μονμπιό και Χάτσισον δείχνουν, επιπλέον, πως «γίνεται αλλιώς». Έγινε στο παρελθόν και μπορεί να ξαναγίνει. Αρκεί να καταλάβουμε τι μας συμβαίνει και να αντιληφθούμε πως «μικρές», «σταδιακές» λύσεις δεν υπάρχουν. Η ριζοσπαστικοποίηση των αρχόντων του κόσμου κάνει αναγκαία τη ριζοσπαστικοποίηση όσων θέλουν να αντισταθούν.

Το αόρατο δόγμα
Η μυστική ιστορία του νεοφιλελευθερισμού (και πώς έφτασε να ελέγχει τη ζωή σου)
Τζορτζ Μονμπιό – Πίτερ Χάτσισον
μετάφραση: Μαριάννα Τζιαντζή
Εκδόσεις Καστανιώτη
272 σελ.
ISBN 978-960-03-7455-1
Τιμή €18,00

Keywords
Τυχαία Θέματα