Eduardo Cadava: «Χαρτιά κοιμητήρια»

Ο Εντουάρντο Καντάβα είναι καθηγητής Αγγλικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Πρίνστον, στην έδρα Philip Mayhew, και συγγραφέας πολλών βιβλίων σχετικών με την ιστορική, κοινωνιολογική και πολιτική διάσταση της φωτογραφίας. Έχει επίσης μεταφράσει έργα των Jacques Derrida, Philippe Lacoue-Labarthe, Maurice Blanchot και Nadar. Στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει το βιβλίο του Θέσεις για τη φωτογραφία της ιστορίας (μτφρ. Μανόλης Αθανασάκης, εκδ. Νήσος 2014). Από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης

κυκλοφόρησε φέτος η συλλογή δοκιμίων του με τίτλο Χαρτιά κοιμητήρια, σε εξαιρετική μετάφραση του Μανόλη Αθανασάκη. Πρόκειται για ένα ογκώδες εμβληματικό έργο, αποτελούμενο από έξι δοκίμια που διερευνούν τη σημασία της φωτογραφίας και γενικότερα της εικόνας στο σήμερα και στο μέλλον, πώς διαβάζεται, πώς αλληλεπιδρά με άλλα μέσα, πώς μετασχηματίζεται, μετοικεί και ταξιδεύει.

Με αυτή την «ανθολογία σκέψεων περί φωτογραφίας», όπως χαρακτηρίζει ο ίδιος το έργο του, ο Καντάβα έχει ως στόχευση να αντιταχθεί στην παγκοσμιοποιημένη ταχύτητα με την οποία παράγονται, αποθηκεύονται και διανέμονται οι εικόνες στον σύγχρονο κόσμο, επιχειρώντας μια διαφορετική ανάγνωση που θα αναδομεί αργά και υπομονετικά τα δίκτυα σχέσεων μεταξύ των εικόνων, διευρύνοντας τη νοηματοδότησή τους. Βαθιά επηρεασμένος από τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, που θεωρούσε τα έργα τέχνης ισοδύναμα θανάτου και πένθους, ο Καντάβα βλέπει τη φωτογραφία και γενικότερα τις τέχνες ως «χάρτινα κοιμητήρια», αφού οι επιφάνειες των φωτογραφικών και λοιπών καλλιτεχνικών έργων σφραγίζουν μέσα τους, σαν κοιμητήρια, ένα σώμα, υποκείμενο, αντικείμενο, αρχείο ή δίκτυο σχέσεων.

Όλα άρχισαν το 1826, όταν ο Ζοζέφ Νισεφόρ Νιεπς, προσπαθώντας να βελτιώσει τη διαδικασία κατασκευής λιθογραφιών, έστησε έναν σκοτεινό θάλαμο (camera obscura) στο παράθυρο του σπιτιού του. Τοποθέτησε εκεί μια γυαλισμένη πλάκα από κασσίτερο με επίστρωση πίσσας και άνοιξε τον φακό. Δεν είναι γνωστός ο χρόνος έκθεσης στο πείραμα του Νιεπς, όμως υπολογίζεται μεταξύ οκτώ ωρών και τριών ημερών. Στη συνέχεια, ο Νιεπς έπλυνε την πλάκα και το αποτέλεσμα ήταν να εμφανιστεί μια αχνή απεικόνιση της θέας από το παράθυρο. Αυτή ήταν η πρώτη φωτογραφία ή ηλιογραφία. Ο Νιεπς τη μετακίνησε σε άλλους χώρους και η ηλιογραφία ξεκίνησε τον πλανόδιο βίο της.

Ο Καντάβα είναι βαθύς γνώστης και μεγάλος λάτρης της τέχνης της φωτογραφίας και αυτό γίνεται εμφανές ήδη από την εισαγωγή. Αναζητά τις πιο επιδραστικές πτυχές στην υπόσταση της φωτογραφίας, αυτές που υπήρχαν τόσο στις προψηφιακές μορφές τέχνης όσο και στην ψηφιακή εικόνα και θα υπάρχουν και στις μελλοντικές μορφές απεικόνισης. Σε κάθε φωτογραφία επιδιώκει να διαβάσει όσα δεν είναι άμεσα ορατά σε αυτήν, «ό,τι βλέπουμε είναι πάντοτε επικαθορισμένο από ό,τι δεν βλέπουμε»,κατά το «οπτικό ασυνείδητο» του Μπένγιαμιν. Η φωτογραφική εικόνα, αντί να αναπαράγει πιστά και αυστηρά το φωτογραφούμενο, εξορκίζει τον θάνατό του.

{jb_quote}Η φωτογραφία διασώζει ταυτόχρονα την απουσία του παρατηρούμενου υποκειμένου και το γεγονός ότι αυτό υπήρξε, αναδεικνύει δηλαδή τη σχέση μεταξύ ζωής και θανάτου.{/jb_quote}

Τα έξι διακριτά δοκίμια του βιβλίου έχουν ως αφετηρίες ισάριθμους σημαντικούς φωτογράφους ή θεωρητικούς της φωτογραφικής τέχνης: τον Φελίξ Ναντάρ («Η φωτογραφούπολη του Ναντάρ»), τον Βάλτερ Μπένγιαμιν («Η ερειπωμένη εικόνα»), τον Ρολάν Μπαρτ («Σημειώσεις για τον έρωτα και τη φωτογραφία»), τον Λήον Γκόλουμπ («Σχεδιάζοντας σε γλώσσες»), τον Φάζαλ Σέικ («Δέντρα, χέρια, άστρα και πέπλα») και τη Σούζαν Μεϊσέλας, με ένα κείμενο εν είδει επιστολής απευθυνόμενης στην ίδια («Μαθαίνοντας να βλέπω»).

Ο Καντάβα έχει μεταφράσει τα απομνημονεύματα του Φελίξ Ναντάρ, αποκτώντας μια ιδιαίτερη σχέση με το έργο του σημαντικού φωτογράφου. Ο Ναντάρ ανέκαθεν ένιωθε την ύπαρξή του στο μεταίχμιο ζωής και θανάτου. Οι εικόνες του Παρισιού αποκαλύπτουν τον διαρκή έρωτα του Ναντάρ για μια πόλη που έχει πεθάνει πολλές φορές και παραμένει στοιχειωμένη από το παρελθόν και τους θανάτους της. Ο Ναντάρ αγαπά τις σκιές, τα σκοτεινά μέρη, έτσι το 1861 φωτογραφίζει υπόγειες κατακόμβες και υπονόμους. Ο κύριος νόμος που σημάδεψε το έργο του ήταν ο νόμος της αλλαγής και του μετασχηματισμού: «Θέλω να αγγίξω και να διαφυλάξω αυτό το πέρασμα, αυτή την ανεστιότητα που ανήκει τόσο στη ζωή όσο και στον θάνατό μας».Για τον Ναντάρ, η φωτογραφία επεκτείνει τα όρια του πιθανού δίνοντας υλική υπόσταση στο ανεπαίσθητο φάσμα, αυτό που εξαφανίζεται μόλις γίνει αντιληπτό χωρίς να αφήνει ούτε μια σκιά στο κρύσταλλο του καθρέφτη.

Ο Καντάβα κάνει συχνά αναφορές στον Μπένγιαμιν και τον Μπαρτ στην προσπάθειά του να προσδιορίσει τα χαρακτηριστικά που καθιστούν τη φωτογραφία κάτι περισσότερο από στιγμιότυπο ή εικόνα προσώπου, αντικειμένου ή τόπου, που αποσπούν εκρηκτικά το εκάστοτε φωτογραφούμενο έξω από το πλαίσιό του. Όπως η ιστορία ακινητοποιεί την ιστορική κίνηση και εκτινάσσει τις λεπτομέρειες ενός γεγονότος έξω από το ιστορικό συνεχές, έτσι και η φωτογραφία αναδύεται από τις πληγές του χρόνου μετατρέποντας τα θέματά της σε ερείπια. Η φωτογραφία διασώζει ταυτόχρονα την απουσία του παρατηρούμενου υποκειμένου και το γεγονός ότι αυτό υπήρξε, αναδεικνύει δηλαδή τη σχέση μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος, του punctum, δηλαδή του απρόοπτου, τυχαίου και αναίτιου, και του studium, δηλαδή της αναγκαιότητας, της κανονικότητας και της επανάληψης. Κατά τον Μπαρτ, η φωτογραφική εικόνα είναι συγκρίσιμη με το χαϊκού, αφού διαθέτει κατ’ αναλογία τη δύναμη του θραύσματος.

Στα τρία τελευταία δοκίμια του βιβλίου ο Καντάβα αναφέρεται διεξοδικά στο έργο τριών καλλιτεχνών, του ζωγράφου Λήον Γκόλουμπ (1922-2004), του φωτογράφου Φάζαλ Σέικ (γ. 1965) και της φωτογράφου Σούζαν Μεϊσέλας (γ. 1948). Ο τρόπος με τον οποίο «διαβάζει» τα έργα ο Καντάβα ανοίγει δρόμους που συνδέουν τις εικόνες με μια συνολική φιλοσοφική και κοινωνική θεώρηση του κόσμου μας. Οι σκύλοι του Γκόλουμπ, τα δέντρα και τα χέρια του Σέικ, η αλφαβητογραφία και οι πόρτες της Μεϊσέλας προβάλλονται ως σημεία ιστορικά, ταξικά, κοινωνικά. Οι αέναα μεταβαλλόμενες φιγούρες σκύλων, τα κρανία και οι σκελετοί του Γκόλουμπ ενθαρρύνουν τον θεατή να κοιτάξει προς έναν αναπόφευκτο θάνατο. Ο Σέικ, με τα πορτρέτα προσφύγων, τα χέρια που απλώνονται στο φωτογραφικό χαρτί επιζητώντας να κρατήσουν, να παραδώσουν ή να μεταβιβάσουν, τα δέντρα μπαομπάμπ που μοιάζουν να στέκονται ανάποδα σαν ξεριζωμένα, μας υπενθυμίζει την αξία ζωών και θανάτων που έχουν αγνοηθεί ή υποτιμηθεί σε ένα ιστορικό συνεχές γεμάτο πολέμους, καταστροφές και εκτοπισμούς: «Κάθε φωτογραφία μετατρέπει το φωτογραφούμενο σε ένα είδος πρόσφυγα, αποκόπτοντάς το από το πλαίσιό του και μετατοπίζοντάς το σε άλλο τόπο και χρόνο», λέει ο Καντάβα. Η Μεϊσέλας στην αλφαβητογραφία της ενώνει γράμματα και εικόνες, υπογραμμίζοντας την άρρηκτη σχέση μεταξύ της γλώσσας και του αντιληπτού κόσμου, ενώ οι πόρτες της λειτουργούν ως σύμβολα εισόδου και εξόδου, ελευθεριών και απαγορεύσεων.

Στο επιλογικό δοκίμιο, που τιτλοφορείται «Υστερόγραφο: Μαθήματα της ώρας», ο Καντάβα επιχειρεί έναν συσχετισμό μεταξύ δύο κομβικών ιστορικών σημείων, της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 και της πανδημίας Covid-19, υπογραμμίζοντας τον ρόλο της εικόνας στην αναμέτρηση της συλλογικής συνείδησης με τα καταστροφικά αυτά γεγονότα.

Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η μνεία του Οδυσσέα Ελύτη σε δύο σημεία του βιβλίου. Στη σελίδα 378 παραθέτει ένα απόσπασμα από το «Άξιον εστί», όπου ο ποιητής ανακαλεί το βιβλικό γενηθήτω φως μεταγράφοντάς το στον πολυάχτιδο ήλιο που αφυπνίζει και κινητοποιεί το ποιητικό υποκείμενο: «“Εντολή σου” είπε “αυτός ο κόσμος”/ και γραμμένος μες στα σπλάγχνα σου είναι/ Διάβασε και προσπάθησε/ και πολέμησε” είπε/ “Ο καθείς και τα όπλα του” είπε». Το βιβλίο κλείνει με άλλη μία αναφορά στους παραπάνω στίχους του Ελύτη και με τον Καντάβα να καταλήγει: «“Ο καθείς και τα όπλα του”. Τα δικά μου ήταν αυτά τα δοκίμια, αυτά τα χάρτινα κοιμητήρια».

Ένα ανεκτίμητης αξίας βιβλίο, στολίδι για κάθε βιβλιοθήκη. Αξίζουν συγχαρητήρια στις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης για την επιλογή και την άρτια πραγμάτωση αυτής της έκδοσης.

Χαρτιά κοιμητήρια
Eduardo Cadava
Μετάφραση: Μανόλης Αθανασάκης
Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης
592 σελ.
ISBN 978-618-230-181-4
Τιμή €35,00

Keywords
Τυχαία Θέματα
Eduardo Cadava, Χαρτιά,Eduardo Cadava, chartia