Γόβα στο αριστερό

γόβα (η) 1. υπόδημα με ψηλό τακούνι «μα δεν καταλαβαίνεις πόσο φασιστικό, ρατσιστικό και δυστοπικό είναι να λες ότι οι γόβες είναι γυναικείο ...

Keywords
Τυχαία Θέματα
Γόβα,gova