Ανεπίδεκτοι πολιτικής μαθήσεως

επανάληψη (η) 1. το να κάνει κανείς κάτι για δεύτερη ή για πολλοστή φορά «η επανάληψη των λαθών βοηθάει στην τελειοποίησή τους» 2. η επαναπροβολή ενός...

Keywords
Τυχαία Θέματα
Ανεπίδεκτοι,anepidektoi