Το ρίσκο του «κερδίζω τώρα»

Έχει σημειωθεί και πριν περίπου ένα μήνα, όταν έγινε γνωστή η οριστική συμφωνία με τον Έργκιν Άταμαν, αξίζει να επαναληφθεί και τώρα. Η παγίδα, προσλαμβάνοντας τον πιο επιτυχημένο προπονητή της τελευταίας τετραετίας, είναι να προσπαθήσει κανείς να κάνει «μια ακόμα Εφές». Το να ακολουθείς το ρεύμα έχει λογική. Το να περιμένεις πως η ιστορία θα επαναληφθεί έχει το ανάλογο ρίσκο.

Όλη η μπασκετική Ευρώπη γνωρίζει πως ο Παναθηναϊκός έχει βγει στην αγορά και έχει κάνει γνωστό προς πάσα κατεύθυνση

πως θα ρίξει πολύ χρήμα στο τραπέζι. Αν κάποιοι είχαν δεύτερες σκέψεις, τα τέσσερα εκατομμύρια ευρώ που έφτασε να προσφέρει στον Φάκου Καμπάσο διέλυσαν μονομιάς την αμφιβολία. Ποσό έξω από κάθε λογική, ευρωπαϊκή ή μη, το οποίο καταδεικνύει πως οι πράσινοι θέλουν να πηδήξουν τουλάχιστον ένα σκαλί στη διαδικασία της αναδόμησης, του περίφημου rebuild. Τζέιμς, Χεζόνια, Πάντερ, Λεσόρ, όλα παίζουν και ξεκινούν από δύο εκατομμύρια ετησίως – και βάλε.

Σε ένα βαθμό έχει λογική. Κάποια υπεραξία θα πληρωθεί, εδώ ή εκεί. Όχι μόνο γιατί οι πράσινοι κολυμπούν στα ρηχά νέρα της βαθμολογίας, αλλά γιατί δεν προδίδουν καμία αίσθηση εργασιακής ασφάλειας και προόδου. Δεν βοηθάει, με δυο λόγια, όποιος έρχεται, να φεύγει χειρότερος. Μπορεί να συμβεί, αλλά όχι συνεχώς. Και ο ανυποψίαστος αντιλαμβάνεται πως κάπου εκεί υπεισέρχεται η ευθύνη του συλλόγου – η λεγόμενη κουλτούρα του.

Το «κερδίζω τώρα» είναι μια ακριβή, επικίνδυνη επιχείρηση. Να θες να επιστρέψεις στη συζήτηση των πλέι-οφ είναι ο θεμιτός και αυτονόητος, για την ιστορία του κλαμπ, στόχος. Το παραπάνω, όταν από την τρέχουσα σεζόν θα απομείνει ό,τι πλησιέστερο σε καμένη γή, δεν είναι ακριβώς εύκολο. Ο Άταμαν είναι ένας καλός recruiter, σε αυτό δεν χωρά συζήτηση. Ακόμα και 30 εκατομμύρια ευρώ μπάτζετ να πάρει, η επιτυχία δεν είναι δεδομένη: η σύγχρονη Μπαρτσελόνα το ξέρει καλά. Αυτό που πάντως διαφαίνεται είναι πως αυτό το ρίσκο θα παρθεί, για καλό ή για κακό. Ειδάλλως δεν μπαίνει κανείς σε συζητήσεις με τον 33χρονο Τζέιμς, ο οποίος θέλει να κερδίσει τώρα, δεν έχει χρόνο να το κάνει αργότερα.

Το παρόν της ομάδας αποπνέει μια αίσθηση ταλαιπωρίας, ηττοπάθειας και απογοήτευσης, ένα «άντε να τελειώνουμε, να πάμε αλλού». Όχι τυχαία, αυτός που προσπαθεί περισσότερο είναι αυτός που έφαγε τέσσερις-πέντε μήνες για να πατήσει παρκέ, ο Μάριους Γκριγκόνις. Ο Πονίτκα και ο Λι, βάσει hustle χαρακτήρα. Ο Παπαγιάννης, νικημένος εδώ και καιρό στο μυαλό, καταρρέει μετά την πρώτη χαμένη μάχη με τον Μπίλαν. Ο Γουίλιαμς παίζει αν του βγει το ματς. Οι Έλληνες ψάχνονται, αποστραγγισμένοι από αυτοπεποίθηση. Ξερά, χλωρά, δεν ξεχωρίζει τίποτα.

Ξέρω, η Εφές του 17-18 ήταν τελευταία στην Ευρωλίγκα και την επόμενη σεζόν πήγε φάιναλ φορ με 4-5 χειρουργικής ακρίβειας κινήσεις. Όμως για κάθε τέτοια ιστορία υπάρχουν δεκαπλάσιες διαφορετικές. Με το Ο.Α.Κ.Α. να γίνεται επιτέλους πράσινο, ο Παναθηναϊκός περισσότερο από άμεση επιτυχία χρειάζεται όραμα.

Keywords
Τυχαία Θέματα