Τελικά, έκανε υπέρβαση η Εθνική;

Τώρα που παίχτηκε και το τελευταίο ματς, κρεμάστηκε χαλκός στο στήθος, μούσκεψαν και στέγνωσαν τα δάκρυα και άδειασαν τα ποτήρια, ας τεθεί και το ερώτημα. Έκανε τελικά υπέρβαση η Εθνική φτάνοντας στο τρίτο σκαλί του βάθρου; Ήταν επίσημη ευνοημένη από τις καραμπόλες των κληρώσεων, των διασταυρώσεων και των απρόοπτων ή αυτή που έφτασε πιο μακριά από αυτό που ήταν φτιαγμένη; Ο καθένας απαντά το δικό του, αναλόγως της οπτικής και της ατζέντας.

Με το χέρι στην καρδιά και όχι κατόπιν εορτής, δεν ήταν πολλοί αυτοί που έδιναν ιδιαίτερες πιθανότητες στην

Ελλάδα να σκαρφαλώσει στο βάθρο με δεδομένες τις παρουσίες της Σερβίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Τουρκίας στο κάδρο. Η οικοδέσποινα Λετονία είχε στα χαρτιά τις ίδιες, αν όχι περισσότερες πιθανότητες από τους δικούς μας.

Η διαδρομή ήταν επίσης ευθεία, αν και όχι λακκούβες. Και είναι στα σίγουρα υποκριτικό και αταίριαστο να μιλά κανείς με το «ποια Ισπανία, Ισραήλ και Λιθουανία» όταν είχε ξεκινήσει από το «ποια Ελλάδα, ο Γιάννης, δύο βετεράνοι, εννιά ρολίστες και ένας άπειρος προπονητής». Ή το ένα, ή το άλλο, μαζί δεν γίνεται. Αν η Ελλάδα ήταν ένα ισχνό, αδύναμο αουτσάιντερ για την τετράδα, τότε πολύ λογικά θα μπορούσε να πέσει θύμα έκπληξης. Μήπως ήταν άλλο Ισραήλ αυτό που κατατρόπωσε τους Γάλλους; Η ίδια μέτρια Λιθουανία δεν πέταξε έξω τους αμφιτρύωνες Λετονούς, ή ήταν διαφορετική Φινλανδία αυτή που πέταξε έξω τους Σέρβους με καμιά δεκαριά στρατηγικά σχεδιασμένα τρίποντα σε όποιον μάρκαρε ο Νίκολα Γιόκιτς;  Σε διαφορετική περίπτωση, αν αυτά εννοούνται και δεν συνιστούν κάποιο ιδιαίτερο ανδραγάθημα, ας παραδεχτούμε πως δεν τους είχαμε ζυγίσει καλά.

Από την τηλεόραση στην πρώτη φάση και εκ του σύνεγγυς στη δεύτερη, είδα μια ομάδα που υπήρξε σοβαρή και συνεπής, ταπεινή και φιλόδοξη, με ξεκάθαρη ιεραρχία. Με συναισθηματικούς, μεσόγειους όρους, λίγο έμοιαζε με ελληνική ομάδα. Ο προπονητής κρατούσε εμμονικά χαμηλούς τόνους, εξόν της φοράς που χάσαμε από τους Τούρκους και βγήκε σε απροσδόκητη και μάλλον άτσαλη επίθεση κατά δικαίων και αδίκων: «μου φαίνεται ότι μίλαγε στους παίκτες του, που ήξερε ότι θα τα διαβάσουν μετά», μου είπε κάποιος από το στρατόπεδο της Εθνικής λίγο πριν το τζάμπολ του αγώνα της τρίτης θέσης. Ο σούπερ σταρ άφαντος μουγγοθόδωρος, οι βετεράνοι μετρημένοι, οι υπόλοιποι, ας μπορούσαν ας έκαναν κι αλλιώς, μπήκαν στη γραμμή.

Το πιο πολύτιμο από τα πράγματα που έφερε ο Σπανούλης στην Εθνική ήταν η απόρριψη της έννοιας της υπέρβασης. Από πέρσι ως φέτος, από τον Πειραιά ως το Παρίσι και από τη Λεμεσό ως τη Ρίγα, δεν σταμάτησε να εκφράζει την πίστη του στις ικανότητες των παικτών του, στην εμπειρία, στην προσωπικότητα τους. «Είναι καλοί παίκτες», ήταν το ρεζουμέ. «Μη με ζαλίζετε με την ανασφάλεια και τα συμπλέγματα. Αν τους φορτώσετε δεκαέξι χρόνια στην πλάτη, κακό δικό σας και δικό μας». Αυτό το τελευταίο το είπε κιόλας, φόρα παρτίδα.

Ωραία ήταν στη Ρίγα, συγκινητικά. Για τον Παπανικολάου και τον Σλούκα που είδαν την επιμονή τους να ανταμείβεται – θέλει και τύχη, να είσαι εκεί τη σωστή στιγμή, άλλοι έμειναν με άδεια χέρια και δεν το άξιζαν λιγότερο. Για τον Γιάννη Αντετοκούνμπο, που βρήκε στα 30 του κάτι να τον κάτι να δακρύζει αφότου έχει κατακτήσει τον κόσμο όλο. Ο κυκλωτικός χορός στο τέλος του Ευρωμπάσκετ σαν να σήκωσε αεράκι.

Ο Σπανούλης ελπίζει πως θα βοηθήσει να βελτιωθούν κάμποσα πράγματα στο μπάσκετ, αλλά μέσα του βάζω στοίχημα πως δεν το πολυπιστεύει. Αλλά αυτή είναι μια άλλη κουβέντα, για μια άλλη φορά.

Keywords
Τυχαία Θέματα