Σιλβέν Φρανσίσκο, ουσία και λάμψη

Έγινε ο Παναθηναϊκός νούμερο ένα φαβορί για την κατάκτηση της Ευρωλίγκας μετά την απόκτηση του Σιλβέν Φρανσίσκο, ενός εκ των καλύτερων ελεύθερων παικτών της αγοράς αυτό το καλοκαίρι; Το ερώτημα είναι ανώφελο από τη στιγμή που τα ρόστερ δεν έχουν ολοκληρωθεί, από την άλλη ενδεικτικό της βαρύτητας που έχει η μετακίνηση του 28χρονου Γάλλου στο τριφύλλι.

Έτοιμη από καιρό να εκμεταλλευτεί τη συγκυρία, η διοίκηση των πράσινων βρήκε πάτημα στην οικονομική αβεβαιότητα της

Βιλερμπάν και έκανε δικό της τον παίκτη που τελείωσε δεύτερος στη ψηφοφορία του MVP πέρσι, λύνοντας με θεαματικό και μαζί ουσιαστικό τρόπο το πολύ δύσκολο αίνιγμα της θέσης «1». Έχοντας το ντεζαβαντάζ της αλλαγής προπονητή, ο Παναθηναϊκός είχε μείνει πίσω στην ούτως ή άλλως «στεγνή» αγορά των κοντών της Ευρωλίγκας: ο Μοντέρο και ο ΜακΙντάιρ πήγαν στον Ολυμπιακό, ο Φόρεστ στη Φενέρμπαχτσε, ο Φρανσίσκο είχε συμφωνήσει στη Βιλερμπάν με ετήσιο μισθό-μαμούθ 5 εκατομμυρίων ευρώ.

Φανερά αποφεύγοντας να μπει σε δύσκολα αγωνιστικά αινίγματα τύπου Λάρκιν ή Τζέιμς, ήταν σχεδόν δεδομένο πως η λύση για τους πράσινους θα ερχόταν κατά πάσα πιθανότητα από το ΝΒΑ. Όσο μεγάλο κι αν είναι το πορτοφόλι μιας ομάδας (και του Παναθηναϊκού δεδομένα ήταν), είναι τεράστιο ρίσκο να δώσει κανείς το τιμόνι μιας ομάδας που θέλει να κατακτήσει την Ευρωλίγκα σε ένα πρωτόπειρο στην Ευρώπη πόιντ γκαρντ, όσο ταλαντούχος και να είναι. Ελάχιστοι εξ αυτών θριάμβευσαν από την πρώτη τους χρονιά, αφού η καμπύλη εκμάθησης είναι πολύ πιο απότομη σε σχέση με οποιαδήποτε άλλη θέση.

Με τον Φρανσίσκο οι πράσινοι απόκτησαν έναν floor general σε ιδανική ηλικία (28), ο οποίος μετά από τρία χρόνια στην Ευρωλίγκα και έχοντας σταδιακά ωριμάσει μέσα του ο ρόλος του ηγέτη, έρχεται στην Αθήνα για να κάνει το τελευταίο βήμα προς την καταξίωση, χωρίς ερωτηματικά σχετικά με την ικανότητα του να προσαρμοστεί στο ευρωπαϊκό παιχνίδι. Το μοναδικό ερώτημα είναι αυτό που πάντα συνοδεύει έναν παίκτη ο οποίος καταφθάνει μετά από πολύ κόπο στο υψηλότερο σκαλοπάτι του ευρωπαϊκού μπάσκετ: τι θα κάνει εκεί που δεν θα είναι φανερά ο καλύτερος παίκτης.

«Ξέρεις», μου έλεγε ένας προπονητής σε ένα από τα διαλλείματα του εξαιρετικού και φέτος συνεδρίου προπονητών της Ευρωλίγκας, «το ζήτημα είναι πως θα συμπεριφερθεί ένας παίκτης όταν θα γίνει αλλαγή επειδή δεν παίζει καλά. Στην προηγούμενη ομάδα, εκεί που ήταν ο ένας, έβγαινε αλλαγή μόνο όταν κουραζόταν, αν έκανε 1-2 λάθη ή άστοχα σουτ, του δίνονταν ο χρόνος να το ξεπεράσει παίζοντας. Όταν φτάνεις στο ρετιρέ, τα πράγματα αλλάζουν».

Τα σημάδια πάντως είναι απόλυτα ενθαρρυντικά. Ο «Σίσκο», όπως τον έλεγαν στη Λιθουανία, απέδειξε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο πέρσι το πνευματικό άλμα που έκανε στην ανάγνωση του παιχνιδιού και τη διαχείριση των συναισθημάτων του. Διατεθειμένος να βάλει τους συμπαίκτες του στο παιχνίδι από νωρίς, ικανός να αισθανθεί ποιος έχει το ζεστό χέρι και ποιος χρειάζεται μια μπάλα για να μην παγώσει και την ίδια στιγμή αυτός που λατρεύει την ευθύνη της τελευταίας στιγμής. Και αν αυτά είναι θεωρητικά και υποκειμενικά, υπάρχουν πάντα οι 16.5 πόντοι με 51% δίποντο, 39% τρίποντο, οι 6.5 ασίστ για 2.8 λάθη που έγραψε πέρσι ενώ ήταν ο Νο.1 στόχος των αντίπαλων αμυνών σε όλα – μα όλα – τα ματς της Ζάλγκιρις.

Τα ψεγάδια του ομοιάζουν με αυτά του αποχωρήσαντα Τι-Τζέι Σορτς, αλλά είναι λιγότερα, τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά. Με μπόι 1.85 ο Φρανσίσκο θα είναι στόχος των αντίπαλων αμυνών, αλλά όχι τόσο κραυγαλέα όσο γινόταν με τον συμπαθέστατο Αμερικανό. Την ίδια στιγμή ο Γάλλος έχει επίσης διαβολεμένο πρώτο βήμα, αλλά δεν χάνει την μισή και βάλε αποτελεσματικότητα του όταν το παιχνίδι επιβραδύνει σε σετ ρυθμούς, ούτε ποτέ θα διανοηθεί προπονητής να αμυνθεί εναντίον του με under στα δύο μέτρα. Το αμυντικό ταίριασμα με τον Ναν είναι δεδομένο πως θα χρειαστεί δουλειά, εδώ όμως έρχονται να κουμπώσει η λογική των αμυντικών εργαλείων που αποκτήθηκαν (Μπόνγκα, Φαλ, Μπάντιο). Το Φρανσίσκο/Μπάντιο μοιάζει σαν συσκευή που απλά περιμένει να τη βάλεις στην πρίζα, ενώ και το Φραν/Ναν, με όλη την ευαλωτότητα του, μπορεί να καλυφθεί σε ένα βαθμό με την all-around ικανότητα του Μπόνγκα ή/και με τη σιγουριά που δίνει στα μετόπισθεν το εκτόπισμα του Φαλ.

Τελευταίο αλλά όχι μικρότερης σημασίας, ο Φρανσίσκο έρχεται και φυσιολογικά «παίρνει τη φανέλα του βασικού σπίτι του». Αυτό δεν είναι πρόβλημα ούτε για τον 36άρη Σλούκα, ούτε για τον 35άρη (όταν ξεκινήσει η σεζόν) Γκραντ, αντιθέτως θα επιτρέψει στον Ομπράντοβιτς την προσεκτική, ίσως συντηρητική χρησιμοποίηση τους που θα τους επιτρέψει να είναι πραγματικά επιδραστικοί στο τελευταίο τρίτο της σεζόν.

Keywords
Τυχαία Θέματα