Παρείσακτος στη σιγή

Όντας ο πρώτος που άνοιξε την πόρτα των αποδυτηρίων του Ολυμπιακού μετά τον αποκλεισμό, ένιωσα παρείσακτος μέσα στην απόλυτη σιγή. Έπρεπε να κάνω μια δουλειά, αλλά την ίδια στιγμή η αίσθηση μου ήταν πως όσοι ήταν εκεί είχαν το δικαίωμα να θρηνήσουν (αθλητικά μιλώντας, δεν πέθανε κανείς) μια αποτυχία που τους χτύπησε οριακά το ίδιο με το Κάουνας. Η πρώτη ερώτηση στον Βεζένκοφ στην πραγματικότητα δεν ήταν ερώτηση, περισσότερο ένα «πες ό,τι θες,

να πιαστούμε και οι δύο από κάπου». Όπως πάντα, ο ακέραιος Σάσα δεν κρύφτηκε πίσω από το δάχτυλο του. Παραδίπλα ο Φουρνιέ, όλος συναίσθημα, με τα μάτια ακόμα πρησμένα, μου έλεγε πως δεν άντεχε να αντικρύσει τον κόσμο, «αυτόν που τον αγκάλιασε με αυτόν τον τρόπο», μετά την ήττα.

Ο Ολυμπιακός δεν κατάφερε να διαχειριστεί την πίεση. Όχι αυτή του φαβορί, περισσότερο την εσωτερική, αυτή ζυμωνόταν από το πρώτο παιχνίδι της σεζόν. Ήταν μια σεζόν win or bust, κερδίζεις ή βυθίζεσαι. Απέτυχε ο οργανισμός, αλλά και κάθε κομμάτι του ξεχωριστά: ο προπονητής, το τεχνικό τιμ, οι παίκτες. Κανείς δεν μένει έξω από τη λυπητερή.

Γιατί δεν τα κατάφερε; Η απάντηση έχει αρκετές διαστάσεις.

Πρώτον, γιατί δεν ήταν αρκετά υγιής για ένα τέτοιο ραντεβού απέναντι σε μια Μονακό που εμφανίστηκε σαν πεινασμένη αγέλη στον ημιτελικό και πήρε το (θεωρητικό μόνο) ρίσκο να πιέσει τη μπάλα στο μισό γήπεδο επενδύοντας στην αδυναμία των αντίπαλων γκαρντ στο κάθετο παιχνίδι. Ο Γουόκαπ, ένας φύσει παράλληλος παίκτης, είχε περιορισμό λεπτών. Ο Βιλντόσα περίφερε την ανετοιμότητα και την ανασφάλεια του, λες και ήταν το πρώτο παιχνίδι της προετοιμασίας. Ο Λι δεν είχε την προσωπικότητα να τραβήξει το καράβι από τη λάσπη – ούτε προβλεπόταν. O Μακίσικ συνέχισε τον χορό του αόρατου που σέρνει ένα τρίμηνο τώρα. Αναίσθητοι game changers όπως ο Λαρεντζάκης παρακολουθούσαν εκτός αποστολής. Έμενε ένας, ο Γουίλιαμς-Γκος, ο οποίος γρήγορα εξουθενώθηκε προσβεβλημένος από την ασθένεια Στράζελ.

Δεύτερον, γιατί δεν είχε τους παίκτες με την προσωπικότητα να αλλάξουν το ρου ενός αγώνα που κύλησε αδιανόητα γραμμικά για σαράντα λεπτά – κάτι που σπανίως βλέπουμε σε επίπεδο φάιναλ φορ. Πνιγμένοι από το άγχος της ευθύνης, οι γκαρντ του Ολυμπιακού αντιμετώπιζαν τη μπάλα σαν καυτή πατάτα, ο καθένας να την δίνει στον διπλανό χωρίς όμως να απειλεί, χωρίς τη δράση που θα μετακινούσε την άμυνα και θα άνοιγε τις επιλογές. Κανείς δεν τόλμαγε να περάσει τον παίκτη του – ή ίσως δεν μπορούσε. Καθόλου τυχαία, ο μοναδικός που τα κατάφερε, ο Φουρνιέ, έφτασε τις περισσότερες φορές σε λέι-απ. Η διαφορά ανάμεσα στους ρολίστες και τον σταρ ήταν εκτυφλωτική. Φυσικά κανείς δεν μπορεί να παραγνωρίσει την αξία και την προσπάθεια του αντιπάλου. Η Μονακό έφτασε τον Ολυμπιακό στο σημείο θραύσης – το πρόβλημα ήταν πως αυτό το σημείο αποδείχτηκε πολύ χαμηλότερο του αναμενομένου.

Τρίτον, γιατί εμφανίστηκε πνευματικά ανέτοιμος για ένα τουρνουά αυτής της κρισιμότητας. Η βιασύνη του Βεζένκοφ να αναγγείλει τον εαυτό του στο παιχνίδι ήταν ενδεικτική της ανασφάλειας – ο Βούλγαρος σταρ είχε εκτελέσει ήδη τέσσερα τρίποντα στα Αυτά οι υπόλοιποι. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας έπαιξε ρέστα μαζί του και δεν πήρε τίποτα, ένα δεύτερο ημίχρονο στο οποίο βαθμηδόν ο MVP των πλέι-οφ έβλεπε όση αυτοπεποίθηση του είχε απομείνει να αποστραγγίζεται. Ο Πίτερς απέμεινε μια χρυσή εφεδρεία της regular season, δεν πέρασε από το «3», δεν πέρασε από το «5», πιθανότατα πάντως δεν θα άλλαζε κάτι, το πρόβλημα στα γκαρντ ήταν τόσο μεγάλο που κάλυπτε όλα τα υπόλοιπα. Στην άλλη πλευρά, ο Μους Φαλ έκανε το απόλυτο limit d πεown στις ούτως ή άλλως αναιμικές παρουσίες του στα F4 και ο Μιλουτίνοφ απέτυχε άλλη μια φορά να νιώσει άνετα σε συμπληρωματικό ρόλο: δύο συμπληγάδες πέτρες που έστεκαν ακίνητες, ένα πείραμα που απέτυχε.

O Ολυμπιακός μπαίνει πια σε κατάσταση επιβίωσης. Το πρωτάθλημα Ελλάδας δεν θα είναι αρκετό για να δώσει θετικό πρόσημο στη σεζόν, θα είναι όμως μια σανίδα σωτηρίας σε κάτι που σε αντίθετη περίπτωση θα χαρακτηριστεί δικαίως ως ναυάγιο. Την ίδια στιγμή, η έκβαση των ελληνικών τελικών θα δώσει μια τελευταία ευκαιρία σε κάποιους παίκτες να διεκδικήσουν τη θέση τους στο ρόστερ της επόμενης περιόδου: αν η χρονιά τελείωνε χθες, δεν θα ήταν περισσότεροι από έξι αυτοί που θα θεωρούσαν σίγουρη την παρουσία τους. Χωρίς ευρωπαϊκό ασήμι μετά από τέσσερα χρόνια προσπάθειας, ο κορμός που κατάφερε πολλά και διόλου ευκαταφρόνητα θα περάσει σκληρή αναθεώρηση.

Τελευταία αλλά όχι έσχατη θα ξεκινήσει η δύσκολη συζήτηση του προπονητή. Ο Γιώργος Μπαρτζώκας είναι πολύ έξυπνος για να μην αντιλαμβάνεται ότι η αμφισβήτηση στο πρόσωπο του είναι πλέον υπολογίσιμη και κάθε σενάριο είναι πια υπαρκτό.

Keywords
Τυχαία Θέματα