Εύκολο να χτυπάς κάποιον πεσμένο

Οι Ουρουγουάη, Ολλανδία και Γερμανία έχουν επιστρέψει ήδη πίσω, καθώς δε συνεχίζουν την πορεία τους στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2026. Ο αποκλεισμός τους έδειξε για μια ακόμα φορά, πως ανεξάρτητα από το πόσο «βαριά» είναι μια φανέλα, πλέον αυτό δε φτάνει για να εξασφαλίσει μια καλή παρουσία σε ένα τουρνουά. Ειδικά, τώρα που το Μουντιάλ έχει γίνει αρκετά ανταγωνιστικό και δε θυμίζει σε τίποτα παλιότερες διοργανώσεις, όπου η φάση των ομίλων και τα πρώτα νοκ-άουτ ήταν ουσιαστικά η περίοδος προετοιμασίας των φαβορί για την τελική ευθεία προς τον μεγάλο τελικό.

Οι μικροί έχουν δυναμώσει

και έχουν «κλείσει την ψαλίδα», που τους χώριζε από τις μεγάλες δυνάμεις του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Αυτό είχε φανεί από την πρώτη αγωνιστικής της φάσης των ομίλων. Ότι δηλαδή το έργο των φαβορί δε θα είναι εύκολο σε αυτή τη διοργάνωση. Και οι εκπλήξεις θα ήταν περισσότερες, αν αναλογιστεί κανείς, το πόσο δύσκολα κατάφεραν να περάσουν στη φάση των «16» οι Βραζιλία και Αγγλία ή το θρίλερ στην αναμέτρηση του Βελγίου με τη Σενεγάλη. Η φάση των «32» δεν έχει ολοκληρωθεί και κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο και νέων εκπλήξεων. Όμως αυτό φαίνεται πως δεν αρέσει σε ορισμένους, που μάλλον θα προτιμούσαν τα φαβορί να προχωρούν για να εξακολουθήσει να είναι εμπορικό το τουρνουά από πλευρά ονομάτων.

Και αυτό φαίνεται στην αντίδρασή του, μετά τον αποκλεισμό των παραδοσιακών δυνάμεων του παγκοσμίου ποδοσφαίρου. Το τέλος της πορείας των Ουρουγουάης, Ολλανδίας και Γερμανίας έφερε ένα… κύμα απαξίωσης τόσο για τα ρόστερ των συγκεκριμένων χωρών, αλλά κυρίως για τους προπονητές τους. Και οι τρεις προπονητές βρέθηκαν στο στόχαστρο σκληρής κριτικής, η οποία πολλές φορές ξεπέρασε τα υποτιθέμενα όρια, που υπάρχουν σε τέτοιες περιπτώσεις. Προπονητές με πορεία ετών στο παγκόσμιο ποδόσφαιρο χαρακτηρίστηκαν «απατεώνες» και «ξεπερασμένοι», μετά τον αποκλεισμό των ομάδων τους. Και το θέμα είναι πως οι συγκεκριμένοι χαρακτηρισμοί δεν ήταν από κάποιους απογοητευμένους φιλάθλους των χωρών αυτών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αλλά ήρθαν σε σχόλια – αναλύσεις του παγκοσμίου Τύπου.

Αυτό που κάποτε κορόιδευαν όλοι, ότι στην εξέδρα είναι όλοι προπονητές και όλοι θα μπορούσαν να κοουτσάρουν τις ομάδες καλύτερα από τον κανονικό τους προπονητή, φαίνεται πως έχει αρχίσει να περνάει και στον παγκόσμιο Τύπο, με δημοσιογράφους-κριτές, οι οποίοι χωρίς καμία προϋπηρεσία σε πάγκο έστω και ερασιτεχνικής ομάδας, δε διστάζουν να απαξιώσουν προπονητές όπως ο Μαρσέλο Μπιέλα, ο Ρόναλντ Κούμαν και ο Γιούλιαν Νάγκελσμαν. Ο 70χρονος Αργεντινός τεχνικός χαρακτηρίστηκε «απατεώνας προπονητής» έχοντας κερδίσει πέντε τίτλους στην καριέρα του, ενώ ο 63χρονος Ολλανδός τεχνικός με οκτώ τίτλους στην καριέρα του θεωρείται πλέον ξεπερασμένος. Ο 38χρονος Γερμανός ομοσπονδιακός τεχνικός με τρεις τίτλους στην καριέρα του έχει πλέον την ταμπέλα «προπονητής τρίτης κατηγορίας».

Προσωπικά δεν έχω περισσότερους τίτλους από κανένας από τους παραπάνω προπονητές, για να προσπαθήσω να τους μειώσω ή μάλλον καλύτερα δεν έχω κερδίσει κανένα τίτλο στον πάγκο ομάδας, για να βγάλω τέτοια εμπάθεια, σαν και αυτή που βγάζει ο διεθνής Τύπος. Εκτός και αν μετρούν οι τίτλοι στο «Football Manager», οπότε τα δεδομένα αλλάζουν και θα μπορώ να έχω άποψη. Όμως, άλλο η εικονική πραγματικότητα ενός παιχνιδιού και άλλο η σκληρή πραγματικότητα στον πάγκο μιας ομάδας. Όμως αυτό δε φαίνεται να το καταλαβαίνουν όλοι όσοι έσπευσαν να «κρεμάσουν στα μανταλάκια» τους παραπάνω προπονητές και λίγο έλειψε να έχουν την ίδια τύχη ο Κάρλο Αντσελότι, αν η Βραζιλία δεν ξεπερνούσε το εμπόδιο της Ιαπωνίας και ο Τόμας Τούχελ, αν ο Χάρι Κέιν δε έστελνε την Αγγλία στους «16» στον αγώνα με το Κονγκό.

Πλέον, το φαινόμενο της επίθεσης σε προσωπικό επίπεδο σε παίκτες και προπονητές, ειδικά σε μια δύσκολη στιγμή τους, έχει γίνει συχνότερο από ποτέ. Και το κακό είναι πως αυτό δεν αποδοκιμάζεται από τους φιλάθλους παγκοσμίως. Λες και αυτοί ξεχνούν το τι έχουν καταφέρει στην καριέρα του, όλοι όσοι βρίσκονται στο στόχαστρο. Λες και όλοι τους έχουν πάντα τέλεια απόδοση στην εργασία τους και αυτό του κάνει να μη έχουν την παραμικρή ανοχή σε λάθη ή αστοχίες παικτών ή προπονητών. Το κακό είναι πως η σύγχρονη κοινωνία έχει γίνει πιο διψασμένη από ποτέ για «αίμα». Τόσο μεταφορικά, όσο και κυριολεκτικά. Αυτό είναι το δάσος πίσω από το δέντρο. Η πάνω από τα όρια κριτική που ασκείται από τον ξένο Τύπο σε αυτές τις περιπτώσεις, κάθε άλλο από τυχαία δεν είναι.

Τα στατιστικά δείχνουν πως ο κόσμος τρελαίνεται για ξεκατίνιασμα, για κράξιμο και απόδοση ευθυνών για όλα τα στραβά, σε συγκεκριμένα άτομα, τα οποία τις περισσότερες φορές είναι εύκολοι στόχοι, λόγω μια πρόσφατης αποτυχίας του. Και αυτό επεκτείνεται και πέρα από τον αθλητισμό, σε όλες τις πτυχές της σύγχρονης κοινωνίας. Ο εύκολος στόχος, ο πεσμένος στο έδαφος και ο στριμωγμένος στα σχοινιά θα δεχτεί επιπλέον χτυπήματα από τους αυτόκλητους κριτές, οι οποίοι τις περισσότερες φορές δε δέχονται κουβέντα για τις δικές τους παραλείψεις ή ευθύνες. Όμως εκεί κρύβεται όλη η αλήθεια. Η αυτοκριτική απουσιάζει, όλοι τείνουν στην αποποίηση ευθυνών και ο άτομο που θα αποτελέσει τον «αποδιοπομπαίο τράγο» είναι πάντα η ευκολότερη και πιο ανώδυνη λύση. Ίσως από εκεί θα πρέπει να ξεκινήσει η επόμενη κριτική όλων μας.

Keywords
Τυχαία Θέματα